Μ. Κυπριώτης: Ο οικοδεσπότης της Μαραθούντας Σύμης, που τα «έχει κάνει όλα, εκτός από ληστείες…»

Μ. Κυπριώτης: Ο οικοδεσπότης της Μαραθούντας Σύμης, που τα "έχει κάνει όλα, εκτός από ληστείες!"

Της Ελένης Τσαγκά


Η Σύμη είναι γνωστή για την ομορφιά της που θυμίζει πίνακα διάσημου ζωγράφου. Και όχι μόνο το Χωριό κι ο Γιαλός, αλλά και οι υπέροχες παραλίες της που σε γεμίζουν με γαλήνη, με απέραντο μπλε, με το εκτυφλωτικό φως το Αιγαίου και με δροσερά κρυστάλλινα γαλαζοπράσινα νερά.

Μία από αυτές, είναι η Μαραθούντα, ένας επίγειος παράδεισος, από τις λίγες που είναι προσβάσιμες με αυτοκίνητο, και πολύ κοντά στο μοναστήρι του Αρχάγγελου Μιχαήλ του Πανορμίτη, μία παραλία μινιατούρα που απογειώνει τον επισκέπτη με τα ήρεμα νερά της, που βαθαίνουν γρήγορα και καθαρίζουν την ψυχή, τα μεγάλα βότσαλα που μετατρέπουν τον επισκέπτη σε τολμηρό ακροβάτη, την ηρεμία και την χαλάρωση που δίνει η απομακρυσμένη θέση της και σε κάνει να νομίζεις ότι η εξέλιξη και ο πολιτισμός είναι κάπου αλλού, και βέβαια με την απίστευτη ατραξιόν: τις αυθάδικες κατσίκες…

Οι φωτογραφίες με τις ζωηρές και τολμηρές κατσίκες της Μαραθούντας, να κινούνται ελεύθερα ανάμεσα στους λουόμενους, έχουν κάνει τον γύρο του κόσμου. Οι συνεχείς αιφνίδιες «επελάσεις» από κατσίκες, είναι και ο λόγος, που κάθε λίγο και λιγάκι όλη η παραλία γίνεται μία παρέα που γελάει με τα καμώματά τους. Λόγω τους συγχρωτισμού τους, τόσα χρόνια με τους επισκέπτες της παραλίας είναι άρτια εκπαιδευμένες!  Ανοίγουν με τις μουσούδες τους φερμουάρ από τσάντες, κλέβουν σάντουιτς, τοστ, σνακ και βέβαια τα συμιακά κουλούρια μέσα από τα χέρια σου, γλύφουν αντηλιακά, μασουλάνε τσιγάρα, πίνουν τον καφέ σου, αλλά αποφεύγουν επιμελώς, αλκοόλ και κρέας… Οι φανατικοί της Μαραθούντας ξέρουν πώς να προστατευτούν, ξέρουν πώς να τις αντιμετωπίσουν. Αλίμονο στους …καινούργιους, όπως λέει γελώντας ο κ. Μιχάλης Κυπριώτης ο ιδιοκτήτης της μοναδικής ταβέρνας της παραλίας. Της γραφικής ταβέρνας «Μαραθούντα» η οποία όταν άνοιξε 2003, δεν είχε κάγκελα και οι κατσίκες ανέβαιναν πάνω στα τραπέζια. «Οπότε βάλαμε κάγκελα και μαντρωθήκαμε εμείς για να είναι ελεύθερα τα κατσικάκια» λέει στο cibum ο κ. Μιχάλης.

Μαραθούντα

H ζωή του κ. Μιχάλη Κυπριώτη είναι εντυπωσιακή και, άνετα θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα ή σήριαλ με υψηλή τηλεθέαση.  Ένας αυθεντικός άνθρωπος και γνήσιος Συμιακός που δεν μασάει τα λόγια του, τα οποία συνοδεύει με χαμόγελο και εκφραστικές κινήσεις, χωρίς να ντρέπεται να δείξει το κομμένο του δάχτυλο.

πότε τραυματίστηκες;»

-«πού τραυματίστηκα;» ρωτάει με απορία κουνώντας το κομμένο δάχτυλο

στο δάχτυλο»

-«ααα αυτό… στο καΐκι μου στην τροχαλία το 1978 το έχω ξεχάσει και εγώ ο ίδιος…»

Ο Μιχάλης Κυπριώτης αν δεν ήταν χτίστης, ναυτικός σε ποντοπόρα, μεταφορέας, τραυματιοφορέας, έμπορος, ιδιοκτήτης super market και από το 2003 ιδιοκτήτης της ταβέρνας, θα μπορούσε να γίνει διπλωμάτης. Μια ζωή προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα… και μια ζωή δουλεύει υπερεντατικά γιατί όπως λέει «Η δουλειά δεν σκοτώνει κανέναν…»

Μαραθούντα

Βαγγελιώ Τσαβαρή, Ελένη Τσαγκά, Μιχάλης Κυπριώτης


«Τα έχω κάνει όλα στη ζωή μου εκτός από ληστείες!»

Στην φτωχή Σύμη της δεκαετίας του 50 δεν υπήρχαν πολυτέλειες για το γυμνάσιο. Γι αυτό μόλις τελείωσε το δημοτικό 12 χρονών έπιασε δουλειά. Ξεκινούσε από τη Σύμη με τα πόδια για τον Πανορμίτη 24 χλμ, για να δουλέψει στο άνοιγμα του δρόμου και επέστρεφε σπίτι στο χωριό το Σαββάτο το απόγεμα, για να ξαναφύγει Δευτέρα αξημέρωτα. Έτσι 12 χρονών έσπαγε πέτρες και στα 15 μπάρκαρε σε ποντοπόρο πλοίο, βοηθός στη μηχανή μαζί με τον θείο του. Σύντομα πήρε.. προαγωγή και έγινε θερμαστής, μετά ναύτης και όταν έγινε 20 χρονών έγινε ανθυποπλοίαρχος, εμπειρικός χωρίς σχολές και γράμματα!

«Tότε σε έκαναν ανθυποπλοίαρχο λόγω πείρας. Και έτσι γύρισα όλη τον κόσμο και μάζεψα λεφτά και όταν γύρισα αγόρασα το δικό μου καΐκι» λέει ο κ. Μιχάλης, ενώ την συζήτησή μας διακόπτουν τουρίστες για να ζητήσουν ξαπλώστρα ή να κλείσουν τραπέζι για να απολαύσουν το ξακουστό κοκκινιστό ή λεμονάτο κατσικάκι. Οι ξαπλώστρες της παραλίας ανήκουν στον κ. Κυπριώτη αλλά εκείνος τις δίνει δωρεάν και όποιος προλάβει. «φας δεν φας, λέει, ξαπλώστρα θα έχεις. Εμείς θέλουμε να απολαύσουν όλοι τη θάλασσα μας και να ξεκουραστούν»

Με το καΐκι ο κ. Μιχάλης, την δεκαετία του ‘70, έκανε μεταφορές και εμπόριο από Ρόδο για Τήλο, Κω, Νίσυρο, Κάρπαθο και Σύμη και ταυτόχρονα ήταν και το ασθενοφόρο του νησιού. Μετέφερε ασθενείς στη Ρόδο μέρα νύχτα και όπως λέει «μόνο τα πετρέλαια έπαιρνα για πληρωμή και αυτά όχι πάντα. Αν δεν έχει ο άλλος και, είναι και άρρωστος τι να του πάρεις…». Επιπλέον επειδή το νησί δεν είχε φαρμακείο εκτελούσε και όλες τις συνταγές σε φαρμακείο στη Ρόδο. Μετά πούλησε το καΐκι και άνοιξε super market στο χωριό. Και σε αυτή την επιχειρηματική προσπάθεια οι άνθρωποι της Σύμης ήταν δίπλα του γι αυτό πήγε τόσο καλά, και όπως λέει γελώντας… «τα έχω κάνει όλα στη ζωή μου εκτός από ληστείες!»

Μαραθούντα

O Μιχάλης Κυπριώτης με τους γιους του Γιώργο και Πέτρο


Ο έρωτας με την Φωτεινή

« Η Φωτεινή ήταν το φως μου. Ζούσε στην Αμερική και ήρθε για διακοπές. Έτσι γνωριστήκαμε ήταν πολύ όμορφη αλλά δυστυχώς την έχασα νωρίς. Στην αρχή νόμιζε ότι ήμουν γιατρός ή δικηγόρος γιατί όταν είχα το καΐκι ,κυκλοφορούσα με μια δερμάτινη τσάντα με τα τεφτέρια μου, τα τιμολόγια και τα χαρτιά μου.» λέει χαμογελώντας συνεπαρμένος από την ανάμνηση της.

«Η μακαρίτισσα έφυγε νωρίς. Μού άφησε όμως δυο παιδιά. Δύο καταπληκτικούς γιούς τον Γιώργο και τον Πέτρο και τώρα έχω και πέντε εγγόνια. Στην Φωτεινή οφείλω και την ύπαρξη της ταβέρνας. Η παραλία της Μαραθούντας της άρεσε πάρα πολύ και το 1999 αγοράσαμε το κτίσμα που ήταν ένα πέτρινο για να φυλάνε τις βάρκες. Λέγαμε να το κάνουμε σπίτι. Ξέρετε, όσοι ζούσαν εδώ τότε ήταν υπεραιωνόβιοι. Ένας θείος της Φωτεινής, ο Σωτήρης, τυφλός από τα 7 του χρόνια, έζησε μέχρι 136 χρονών! Είχε μελίσσια και έκανε εξόρυξη πορσελάνης με τα χέρια κι ένα σκαπανικό από το λοφάκι πίσω από την παραλία. Και ένα άλλο ζευγάρι, με το όνομα Σαρλής, έζησαν μέχρι 106 ο άντρας και 104 η γυναίκα του…. Είναι ευλογημένος τόπος η Μαραθούντα …. Όσο περούσα χρόνο εδώ για να το φτιάξω, μού ήρθε η ιδέα για την ταβέρνα και η Φωτεινή συμφώνησε και ακολούθησε, παρά το ρίσκο γιατί από ταβέρνα δεν ξέραμε τίποτα. Βέβαια συναντήσαμε πολλά εμπόδια. Εδώ ζούσαν 5-6 (τώρα ζουν λιγότερες!)οικογένειες που δεν ήθελαν να γίνει η ταβέρνα και έκαναν συμβούλιο για να μας διώξουν, αλλά εγώ δεν έδωσα σημασία και ξεκίνησα με ένα έμπειρο μάγειρα και έναν πολύ έμπειρο σερβιτόρο. Τρία άτομα όλα κι όλα, αλλά δουλειά είχαμε από την πρώτη ημέρα. Έρχονταν και οδικώς από τον χωματόδρομο τότε, και με τα καραβάκια. Οι Συμιακοί με στήριξαν τόσο που δεν το περίμενα. Ερχότανε Έλληνες και ξένοι τουρίστες από όλο τον πλανήτη… Και μου έλεγαν πως έμαθαν για την ταβέρνα από ανθρώπους από το Χωριό και το Γιαλό. Πολύ με στήριξαν όλοι, έχω να το λέω γιατί δεν είναι εύκολο. Δεν στηρίζει εύκολα ο ντόπιος τον ντόπιο.»

Μαραθούντα

Η Μαγείρισσα της ταβέρνας Υπαπαντή Χατζηπέτρου


Μαζί με τον Μιχάλη ακοίμητοι φρουροί και απαραίτητοι συνεργάτες, οι δύο αδελφές του η Βαγγελιώ και η Υπαπαντή. Ο κ. Μιχάλης μιλάει με αγάπη και θαυμασμό για αυτές. Η μία μαγείρισσα και η Βαγγελιώ στο σερβίρισμα, που σκλαβώνει με το χαμόγελό και την αμεσότητά της όλους τους πελάτες και έχει καταφέρει να συνεννοείται μαζί τους, σε όλες τις γλώσσες. Η σπεσιαλιτέ του μαγαζιού, το κοκκινιστό κατσικάκι είναι συνταγή της Υπαπαντής, όπως δικά της δημιουργήματα είναι οι περίφημοι κολοκυθοκεφτέδες, το ξιδάτο χταπόδι με τουρσιά και καυτερά πιπέρια και πολλά άλλα. Σύμφωνα με τον κ. Μιχάλη αν και στην ταβέρνα έχουν πάει άνθρωποι από όλες τις φυλές της γης, οι πιο καλοί πελάτες είναι οι Έλληνες, γιατί δεν κάνουν εκπτώσεις στο φαγητό.

«μπορεί μία ημέρα να είναι γεμάτο το μαγαζί από ξένους αλλά τον τζίρο θα τον κάνει ένα τραπέζι, με δύο μόνο Έλληνες. Αλλά και οι Τούρκοι δεν πάνε πίσω σε παραγγελίες μόνο που έχουν τουπέ και είναι παρεμβατικοί μπαίνουν στο μαγαζί ανοίγουν τα ψυγεία, παίρνουν τα καλαθάκια το ψωμί, παίρνουν παγωτά, δεν χαμπαριάζουν. Όχι για να κλέψουν αλλά …έτσι. Οι πιο παράξενοι και δύσκολοι είναι οι Ισραηλινοί, αφήνουν σαν βομβαρδισμένο το μαγαζί όταν φύγουν, ενώ οι Γάλλοι θέλουν να τους μιλάς μόνο Γαλλικά… άλλο και αυτό παλεύεται όταν δεν είναι στην Γαλλία….».

Μαραθούντα

Μία από τις κατσικούλες περιμένει το "μουρμπουάρ" της από τους πελάτες της ταβέρνας


-«Τα κατσικάκια που σερβίρεις είναι αυτά που βλέπουμε εδώ στην παραλία;»

-«Όχι αυτά είναι του Νικήτα. Έχω δικά μου κατσίκια στο Πέδι, έχω και κότες, αρνιά, έχω και περιβόλι με σταφύλια, σύκα, φραγκόσυκα, βερίκοκα, ρόδια…»

-« τα ψάρια είναι φρέσκα ;»

-«Ψάρια μόνο από Συμιακούς ψαράδες!» λέει υψώνοντας την φωνή σαν να τον πρόσβαλε η ερώτηση. «Την ώρα που τα φέρνουν ψήνονται και σερβίρονται στους πελάτες. Ότι πιάσουν οι ψαράδες μας φαγκριά, σαργούς, σκαθάρια, που κατά την γνώμη μου είναι τα πιο νόστιμα, αθερίνα, γαριδάκι συμιακό…»

Σε λίγο η σεζόν τελειώνει και ο κ. Μιχάλης θα αποσυρθεί στο Πέδι για να ξεκουραστεί. Αλλά δεν θα ησυχάσει. Το χειμώνα φροντίζει το περιβόλι και τα ζώα του και βοηθάει τα παιδιά του στο super market. «Συνεχίζω να δουλεύω για να συνεχίσει να δουλεύει το μυαλό μου» λέει και ταυτόχρονα ετοιμάζεται για το επόμενο καλοκαίρι…. «Πρώτα ο Θεός…»

Μαραθούντα
Μαραθούντα
Βαθμολογήθηκε με 0 στα 5 με βάση τη γνώμη 0 επισκεπτών
Δεν υπάρχουν σχόλια γι αυτό το άρθρο

Αφήστε το σχόλιό σας

  1. Δημοσιεύστε ένα σχόλιο σαν επισκέπτης.
Βαθμολογείστε αυτό το άρθρο:
0 Χαρακτήρες
Συνημμένα (0 / 3)
Μοιραστείτε την Τοποθεσία σας
Πληκτρολογήστε το κείμενο που παρουσιάζεται στην παρακάτω εικόνα. Δεν είναι σαφές;