Η Γενική Γραμματέας του Δ.Σ. της ECOCITY και διδάσκουσα στο Τμήμα Χημείας του ΕΚΠΑ, μιλά αποκλειστικά στο Cibum για το ζήτημα των PFAS στα προϊόντα καθημερινής χρήσης και πώς μπορούμε να προστατευτούμε
Της Πέπης Οικονομάκη
Μπορεί να μην τα βλέπουμε, να μην τα μυρίζουμε και να μην τα αντιλαμβανόμαστε άμεσα, ωστόσο τα PFAS — οι λεγόμενες «αιώνιες χημικές ουσίες» — βρίσκονται ήδη γύρω μας: στο νερό που πίνουμε, στα τρόφιμα που καταναλώνουμε, ακόμη και στα προϊόντα που χρησιμοποιούμε καθημερινά. Πρόκειται για μία από τις πιο σύνθετες και ταυτόχρονα ανησυχητικές περιβαλλοντικές προκλήσεις της εποχής μας.
Η Δρ Έρη Μπιζάνη, Γενική Γραμματέας του Δ.Σ. της ECOCITY και διδάσκουσα στο Τμήμα Χημείας του ΕΚΠΑ, μιλά αποκλειστικά στο Cibum και φωτίζει όλες τις πτυχές ενός ζητήματος που απασχολεί πλέον έντονα τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, τη βιομηχανία τροφίμων και, ολοένα και περισσότερο, οφείλει να απασχολήσει και τους ίδιους τους καταναλωτές.
Γιατί τα PFAS λέγονται «παντοτινά χημικά»
Ο χαρακτηρισμός δεν είναι υπερβολικός. Όπως εξηγεί η Καθηγήτρια, «τα PFAS διαθέτουν εξαιρετικά ισχυρούς δεσμούς άνθρακα-φθορίου, γεγονός που τα καθιστά εξαιρετικά ανθεκτικά στη διάσπαση. Όταν απελευθερωθούν στο νερό, στο έδαφος ή στην τροφική αλυσίδα, μπορούν να παραμείνουν εκεί για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και να συσσωρεύονται», σημειώνει χαρακτηριστικά. Αυτή ακριβώς η ιδιότητα είναι που τα καθιστά τόσο προβληματικά: δεν εξαφανίζονται, αλλά παραμένουν και μεταφέρονται — από το έδαφος στο νερό και από εκεί στην τροφική αλυσίδα.
Όπως βλέπουμε στα παραπάνω γραφήματα του PAN EUROPE τα βερίκοκα, οι φράουλες και τα αχλάδια είναι από τα αγαπημένα φρούτα με τη συχνότερη επιμόλυνση:
Το 46% των δειγμάτων βερίκοκου περιείχε υπολείμματα τουλάχιστον ενός φυτοφαρμάκου PFAS. Συνολικά, ανιχνεύθηκαν έξι διαφορετικά φυτοφάρμακα PFAS σε όλα τα δείγματα, ενώ σε ορισμένα μεμονωμένα δείγματα εντοπίστηκαν έως και τρία διαφορετικά PFAS.
Το 43% των δειγμάτων φράουλας περιείχε υπολείμματα τουλάχιστον ενός φυτοφαρμάκου PFAS. Συνολικά, ανιχνεύθηκαν επτά διαφορετικά φυτοφάρμακα PFAS σε όλα τα δείγματα, ενώ σε ορισμένα μεμονωμένα δείγματα εντοπίστηκαν έως και τέσσερα διαφορετικά PFAS.
Το 42% των δειγμάτων αχλαδιού περιείχε υπολείμματα τουλάχιστον ενός φυτοφαρμάκου PFAS. Συνολικά, ανιχνεύθηκαν τέσσερα διαφορετικά φυτοφάρμακα PFAS σε όλα τα δείγματα, ενώ σε ορισμένα μεμονωμένα δείγματα εντοπίστηκαν περισσότερα του ενός PFAS.
Στο πίνακα η πρώτη στήλη είναι ο αριθμός των δειγμάτων, η δεύτερη είναι ο μέσος αριθμός PFAS ανά δείγμα, η τρίτη ο συνολικός αριθμός των διαφορετικών PFAS που ανιχνέυτηκαν, και η τέταρτη ο μέγιστος αριθμός των διαφορετικών PFAS που ανιχνέυτηκαν ταυτόχρονα σε ένα δείγμα.
Η «σιωπηλή» έκθεση και οι επιπτώσεις στην υγεία
Η ανησυχία για τη δημόσια υγεία δεν σχετίζεται μόνο με την παρουσία των PFAS, αλλά κυρίως με τον τρόπο έκθεσης σε αυτά. Όπως επισημαίνει η Δρ Μπιζάνη, «η έκθεση είναι χρόνια και πολυπαραγοντική». Δεν πρόκειται δηλαδή για μία μεμονωμένη πηγή, αλλά για ένα σύνολο μικρών, καθημερινών επιβαρύνσεων.
«Για ορισμένες από αυτές τις ουσίες, τα επιστημονικά δεδομένα είναι ήδη σαφή: συνδέονται με μειωμένη ανοσολογική απόκριση, αυξημένη χοληστερόλη, επιπτώσεις στο ήπαρ και στην ανάπτυξη, και στο βάρος γέννησης, ενώ για αρκετές ενώσεις υπάρχουν και ενδείξεις για καρκινογόνο και ενδοκρινική δράση.
Πού βρίσκονται στην καθημερινότητά μας
Τα PFAS έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως λόγω των ιδιαίτερων ιδιοτήτων τους: απωθούν το νερό και τα λίπη, αντέχουν σε υψηλές θερμοκρασίες και προσδίδουν ανθεκτικότητα.
Αυτό σημαίνει ότι τα συναντάμε σε αντικολλητικά σκεύη, υλικά συσκευασίας τροφίμων, αδιάβροχα ρούχα και υφάσματα ανθεκτικά στους λεκέδες, καλλυντικά, ακόμη και σε γεωργικά προϊόντα μέσω συγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών ουσιών. Υπάρχουν βέβαια και άλλες πιο ειδικές εφαρμογές όπως σε πυροσβεστικούς αφρούς, ηλεκτρονικά τσιπ, τεχνικά πλαστικά ή ελαστομερή. Ωστόσο, όπως διευκρινίζει η Καθηγήτρια, «αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοιο προϊόν είναι επικίνδυνο», αλλά οι κατηγορίες αυτές είναι εκείνες όπου η έκθεση είναι πιο συστηματική.
Το «αθροιστικό φορτίο» που δεν φαίνεται
Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα είναι η λεγόμενη αθροιστική έκθεση. «Τα PFAS δεν έρχονται στον οργανισμό μας από μία μόνο πηγή, αλλά από πολλές μικρές πηγές ταυτόχρονα. Νερό, τρόφιμα, σκόνη εσωτερικών χώρων και καθημερινά προϊόντα συνθέτουν ένα συνολικό φορτίο που δύσκολα γίνεται αντιληπτό. Έτσι, ακόμη και αν η έκθεση από ένα μόνο προϊόν είναι μικρή, το άθροισμα των καθημερινών εκθέσεων μπορεί να είναι ουσιαστικό, ιδιαίτερα επειδή πολλές από αυτές τις ουσίες απομακρύνονται αργά από το σώμα. Αυτός είναι και ο λόγος που η σύγχρονη επιστημονική και ρυθμιστική προσέγγιση μετακινείται από τη λογική “μία ουσία, μία χρήση” στη λογική της συνολικής έκθεσης. Για τον καταναλωτή, το κρίσιμο μήνυμα είναι ότι δεν αρκεί να εξετάζουμε αν ένα μόνο προϊόν είναι “εντός ορίων”. Πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη το συνολικό φορτίο έκθεσης σε βάθος χρόνου», επισημαίνει η Δρ Μπιζάνη.
Η τροφή και το πόσιμο νερό αποτελούν τις βασικότερες οδούς έκθεσης για τον γενικό πληθυσμό. «Η EFSA αναφέρει ότι τρόφιμα όπως τα ψάρια και τα αυγά συνεισφέρουν σημαντικά στην έκθεση για ορισμένα PFAS, ενώ η παρουσία τους στο πόσιμο νερό αποτελεί επίσης βασικό ζήτημα δημόσιας υγείας, κυρίως για περιοχές που θεωρούνται hotspots ρύπανσης και συνήθως βρίσκονται κοντά σε βιομηχανικές περιοχές. Υπάρχουν κάποιες τέτοιες περιπτώσεις στην Ευρώπη, στη Γαλλία, στην Ολλανδία, το Βέλγιο.
Παράλληλα, η πιθανότητα μετανάστευσης ουσιών από σκεύη υλικά συσκευασίας, ακόμη και το αντικολλητικό χαρτί ψησίματος προς τα τρόφιμα είναι υπαρκτή — ειδικά σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας και σε λιπαρά τρόφιμα. Όταν μια επιφάνεια έχει σχεδιαστεί να απωθεί λίπος και νερό, είναι εύλογο να εξετάζεται αν αυτές οι ενώσεις μπορούν να περάσουν στο τρόφιμο. Το πόσο συμβαίνει αυτό εξαρτάται από το υλικό, τη θερμοκρασία, τη σύνθεση του τροφίμου και τη διάρκεια χρήσης. Ειδικά σε υψηλές θερμοκρασίες και σε λιπαρά τρόφιμα, η πιθανότητα μετανάστευσης είναι ένα σοβαρό ζήτημα που δικαιολογεί προληπτική προσέγγιση. Γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει τα PFAS ως κρίσιμη κατηγορία και έχει εντάξει τα υλικά επαφής με τρόφιμα στις χρήσεις που εξετάζονται στον οριζόντιο περιορισμό», σημειώνει η ειδικός.
Ο ρόλος της βιομηχανίας τροφίμων
Για τη βιομηχανία τροφίμων και συσκευασιών, αυτό σημαίνει αλλαγές. «Θα υπάρξει κόστος προσαρμογής και ανάγκη επανασχεδιασμού εφαρμογών», αναφέρει η Δρ Μπιζάνη, τονίζοντας όμως ότι η κατεύθυνση είναι σαφής: η προστασία της δημόσιας υγείας. «Η πρόταση καθολικού περιορισμού των PFAS καλύπτει ένα πολύ μεγάλο φάσμα χρήσεων, μεταξύ αυτών και τα υλικά επαφής με τρόφιμα. Η λογική είναι ότι, όπου υπάρχουν τεχνικά και ασφαλέστερα υποκατάστατα, η αγορά θα πρέπει να στραφεί σε αυτά. Φυσικά σε όλα αυτά υπάρχουν πολλές παράμετροι και η καθολική απαγόρευση δεν θα είναι καθολική. Η τάση είναι να προτεραιοποιηθούν αυτές που ονομάζονται καταναλωτικές χρήσεις και για τις βιομηχανικές χρήσεις να υπάρξουν ειδικότερες ρυθμίσεις.
Για τη βιομηχανία τροφίμων και συσκευασιών αυτό σημαίνει κόστος προσαρμογής, αλλαγές στις πρώτες ύλες και ανάγκη επανασχεδιασμού ορισμένων εφαρμογών. Από την άλλη, η κατεύθυνση της πολιτικής είναι σαφής: να μειωθεί η περιττή χρήση PFAS και να προστατευθεί η δημόσια υγεία πριν το κόστος μεταφερθεί αργότερα στην κοινωνία και στα συστήματα ύδρευσης και υγείας».
Τι μπορούμε να κάνουμε ως καταναλωτές
Αν και η λύση δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην ατομική ευθύνη, «οι καταναλωτές μπορούν να μειώσουν την έκθεση επιλέγοντας, όπου είναι δυνατόν, προϊόντα χωρίς PFAS, αποφεύγοντας περιττές αδιάβροχες ή ανθεκτικές σε λιπαρές ουσίες επιστρώσεις, αντικαθιστώντας φθαρμένα αντικολλητικά σκεύη και δίνοντας προσοχή σε υλικά που έρχονται συχνά σε επαφή με τρόφιμα. Επίσης, η καλή αεριστική πρακτική και η μείωση της σκόνης στο σπίτι βοηθούν στη μείωση έκθεσης από εσωτερικό περιβάλλον. Η επιλογή επίσης ειδών ρουχισμού η υπόδησης που εξασφαλίζουν την αδιαβροοχοποίηση χωρίς τη χρήση PFAS (PFAS free – προσοχή όχι PFOS ή PFOA free) είναι σημαντική και δίνει ένα ηχηρό μήνυμα στην αγορά και στήριξη στις εταιρείες που πρωτοπορούν και καινοτομούν για να εφαρμόσουν ασφαλείς εναλλακτικές πριν ακόμα το επιβάλλει η νομοθεσία.
Βέβαια, ο πολίτης δεν έχει πάντα τρόπο να γνωρίζει τι περιέχει κάθε προϊόν. Η ουσιαστική προστασία απαιτεί καλύτερη επισήμανση, ισχυρότερη νομοθεσία και περιορισμό των PFAS στην πηγή», τονίζει η Δρ Μπιζάνη.
Η ανάγκη για ενημέρωση χωρίς φόβο
Παρά τη σοβαρότητα του ζητήματος, η ενημέρωση στην Ελλάδα παραμένει περιορισμένη. «Χρειάζεται μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση», καταλήγει η Καθηγήτρια, επισημαίνοντας ότι η ενημέρωση πρέπει να είναι «ακριβής, διαφανής και χρήσιμη — όχι τρομολαγνική. Σε ένα τόσο σύνθετο θέμα, η γνώση δεν είναι απλώς δύναμη. Είναι εργαλείο πρόληψης».
Γιατί τα «παντοτινά χημικά» μπορεί να είναι αόρατα, αλλά οι συνέπειές τους είναι απολύτως πραγματικές — και μας αφορούν όλους!
Η Έρη Μπιζάνη είναι χημικός με διδακτορικό από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μεταπτυχιακό στη Χημεία Περιβάλλοντος. Εργάζεται και διδάσκει στο Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του Τμήματος Χημείας του ΕΚΠΑ, με αντικείμενο την ανάλυση αναδυόμενων ρύπων και την επεξεργασία και επαναχρησιμοποίηση νερού μέσω σύγχρονων «πράσινων» τεχνολογιών. Διαθέτει πολυετή εμπειρία σε θέματα χημικής ρύπανσης και συμμετέχει ενεργά σε ευρωπαϊκά δίκτυα, όπως το European Environmental Bureau (EEB). Είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ECOCITY και συντονίστρια στην Ελλάδα του έργου LIFE ChemBee, που προωθεί την ενημέρωση των πολιτών για τις χημικές ουσίες και τη βιώσιμη κατανάλωση. Παράλληλα, είναι συνιδρύτρια και επιστημονική υπεύθυνη της Greener than Green Technologies S.A., αναπτύσσοντας καινοτόμες λύσεις για την κυκλική διαχείριση νερού και πόρων.