Η ανάλυση των ποσοτήτων καφέ, σοκολάτας και τσαγιού που προμηθεύτηκε μια καφετέρια, σε συνδυασμό με τις δοσολογίες παρασκευής, τα ποσοστά φύρας και τις τιμές πώλησης των προϊόντων, αποτέλεσε τη βάση για τον προσδιορισμό αδήλωτων εσόδων άνω των 200.000 ευρώ, σύμφωνα με την απόφαση 1109/2026 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Η υπόθεση καταγράφει βήμα προς βήμα τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε η έμμεση τεχνική ελέγχου της σχέσης της τιμής πώλησης προς τον συνολικό όγκο κύκλου εργασιών σε επιχείρηση εστίασης.
Ο φορολογικός έλεγχος πραγματοποιήθηκε στην ατομική επιχείρηση καφετέριας για το φορολογικό έτος 2019. Από τα λογιστικά στοιχεία προέκυπτε ότι είχαν δηλωθεί ακαθάριστα έσοδα 544.658,55 ευρώ. Μετά την ολοκλήρωση των ελεγκτικών επαληθεύσεων, η φορολογική διοίκηση προσδιόρισε τα πραγματικά ακαθάριστα έσοδα σε 748.073,27 ευρώ, εντοπίζοντας διαφορά 203.414,72 ευρώ, η οποία χαρακτηρίστηκε ως αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη. Παράλληλα, καταλογίστηκε κύριος ΦΠΑ 48.819,53 ευρώ, πλέον των προβλεπόμενων επιβαρύνσεων.
Η επιλογή της έμμεσης μεθόδου ελέγχου
Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση είχε υποπέσει επανειλημμένα μέσα στο 2019 σε παραβάσεις μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων. Οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις κρίθηκαν επαρκείς για την εφαρμογή των διατάξεων που επιτρέπουν τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης με έμμεσες τεχνικές, ενώ εγκρίθηκε η χρήση της μεθόδου της σχέσης της τιμής πώλησης προς τον συνολικό όγκο κύκλου εργασιών.
Η ελεγκτική διαδικασία δεν περιορίστηκε στην εξέταση των βιβλίων της επιχείρησης. Οι ελεγκτές συγκέντρωσαν στοιχεία από τη βασική προμηθεύτρια εταιρεία σχετικά με τις ποσότητες των προϊόντων που είχαν αγοραστεί, αξιοποίησαν τα λογιστικά αρχεία της επιχείρησης και έλαβαν πληροφορίες που παρασχέθηκαν ύστερα από αιτήματα της φορολογικής αρχής για τις αγορές, τις τιμές πώλησης και τη λειτουργία του καταστήματος. Για τις αναλογίες παρασκευής των ροφημάτων και τα ποσοστά φύρας χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα που είχαν προσδιοριστεί κατά τον φορολογικό έλεγχο των χρήσεων 2017 και 2018, ο οποίος είχε ολοκληρωθεί χωρίς να αμφισβητηθεί διοικητικά από την επιχείρηση.
Το επόμενο στάδιο ήταν η αναγωγή των αγορών σε πραγματική παραγωγή προϊόντων. Για κάθε πρώτη ύλη υπολογίστηκε η συνολική ποσότητα που είχε αγοραστεί και στη συνέχεια αφαιρέθηκε ποσοστό φύρας από 4% έως 7%, ώστε να προκύψει η ποσότητα που θεωρήθηκε διαθέσιμη για παραγωγή. Η αναλωθείσα ποσότητα μετατράπηκε σε αριθμό τελικών προϊόντων με βάση συγκεκριμένες δοσολογίες, όπως 20 γραμμάρια για κάθε espresso, 33 γραμμάρια για κάθε σοκολάτα, 25 γραμμάρια για κάθε στιγμιαίο καφέ και ένα φακελάκι για κάθε τσάι. Στη συνέχεια εφαρμόστηκαν οι αντίστοιχες μέσες τιμές πώλησης κάθε κατηγορίας προϊόντος, ώστε να προσδιοριστούν τα αναμενόμενα ακαθάριστα έσοδα. Η σύγκριση του αποτελέσματος με τα δηλωθέντα οικονομικά στοιχεία οδήγησε στον επαναπροσδιορισμό των εσόδων και των φορολογητέων εκροών.
Κατά την ενδικοφανή προσφυγή η επιχείρηση υποστήριξε ότι μέρος του καφέ καταναλωνόταν από το προσωπικό και μέρος χρησιμοποιούνταν για τον καθαρισμό των μηχανών παρασκευής espresso, γεγονός που, κατά την άποψή της, επηρέαζε τους υπολογισμούς του ελέγχου. Προβλήθηκαν ακόμη ισχυρισμοί περί εσφαλμένης εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών, ανεπαρκούς αιτιολογίας των εκθέσεων ελέγχου και παραβίασης φορολογικών αρχών.
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών εξέτασε το σύνολο των ισχυρισμών και έκρινε ότι οι εκθέσεις ελέγχου περιείχαν ειδική και επαρκή αιτιολογία τόσο για την επιλογή της συγκεκριμένης έμμεσης τεχνικής όσο και για τον τρόπο εφαρμογής της. Στην απόφαση αναφέρεται ότι η φορολογική διοίκηση αξιοποίησε λογιστικά δεδομένα, πληροφορίες από τρίτους, στοιχεία για τις αγορές πρώτων υλών, τις τιμές πώλησης και τα λειτουργικά χαρακτηριστικά της επιχείρησης, όπως προβλέπεται από το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο των έμμεσων μεθόδων προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης.
Η απόφαση εξετάζει επίσης το ζήτημα της δωρεάν διάθεσης αγαθών. Επισημαίνεται ότι, με βάση τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα, δεν προβλέπεται πλέον η έκδοση απόδειξης δωρεάν διάθεσης, εξακολουθεί όμως να υπάρχει υποχρέωση έκδοσης στοιχείου αυτοπαράδοσης όταν αγαθά διατίθενται χωρίς αντάλλαγμα και κατά την απόκτησή τους είχε ασκηθεί δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ. Στις περιπτώσεις αυτές η πράξη αντιμετωπίζεται ως φορολογητέα για σκοπούς ΦΠΑ και απαιτείται η έκδοση του αντίστοιχου φορολογικού στοιχείου.
Με την απόφαση 1109/2026 η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή και διατήρησε τις πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ. Η κρίση της βασίστηκε στο ότι ο προσδιορισμός των ακαθαρίστων εσόδων προέκυψε από συνδυαστική αξιολόγηση των αγορών πρώτων υλών, των ποσοτήτων που μπορούσαν να μετατραπούν σε τελικά προϊόντα, των ποσοστών φύρας, των μέσων τιμών πώλησης, των στοιχείων των προμηθευτών και των λογιστικών δεδομένων της επιχείρησης, οδηγώντας στον εντοπισμό αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης και στον αντίστοιχο επαναπροσδιορισμό των φορολογικών υποχρεώσεων.