Οι βασικές θέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το εμπόριο, τις ελληνικές επιχειρήσεις και τους παραγωγούς στο πλαίσιο της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur
Παρά τις έντονες αντιδράσεις για την συμφωνία της ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις χώρες της Νότιας Αμερικής (Mercosur), η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει ξεκάθαρα ότι η συμφωνία εταιρικής σχέσης μεταξύ της Ευρωπαϊκή Ένωση και της Mercosur αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο ενίσχυσης των ελληνικών εξαγωγών, της απασχόλησης και της διεθνούς παρουσίας της ελληνικής οικονομίας, με άμεσο και μετρήσιμο όφελος για τις επιχειρήσεις και τους παραγωγούς. Η βασική θέση της ΕΕ είναι ότι η συμφωνία μειώνει δραστικά τα εμπόδια που μέχρι σήμερα κρατούσαν τις ελληνικές επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρές και μεσαίες, εκτός των αγορών της Mercosur, καθιστώντας την εμπορική δραστηριότητα ευκολότερη, φθηνότερη και πιο προβλέψιμη. Με την κατάργηση δασμών στο 91% των προϊόντων, σχεδόν όλες οι ελληνικές εξαγωγές ωφελούνται άμεσα, είτε μέσω μηδενικών δασμών είτε μέσω σταδιακής κατάργησής τους, γεγονός που βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων σε αγορές με πληθυσμό άνω των 260 εκατομμυρίων καταναλωτών.
Η ΕΕ επισημαίνει ότι το εμπόριο είναι κρίσιμο για την ελληνική οικονομία, καθώς περίπου 631.000 θέσεις εργασίας στην Ελλάδα, δηλαδή μία στις οκτώ, στηρίζονται άμεσα ή έμμεσα στις εξαγωγές. Στο πλαίσιο αυτό, η Mercosur αποτελεί ήδη σημαντικό εταίρο, με συνολικές εμπορικές συναλλαγές ύψους 2,6 δισ. ευρώ, ελληνικές εξαγωγές 1,2 δισ. ευρώ και εισαγωγές 396 εκατ. ευρώ, γεγονός που κατατάσσει τη Mercosur ως τον 22ο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ελλάδας εκτός ΕΕ. Η συμφωνία έρχεται να ενισχύσει περαιτέρω αυτή τη σχέση, μειώνοντας υψηλούς δασμούς που σήμερα φτάνουν έως και 20% για βιομηχανικά προϊόντα και έως 55% για αγροδιατροφικά προϊόντα. Για βασικούς εξαγωγικούς τομείς της Ελλάδας, όπως τα ορυκτά καύσιμα, τα χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα, τα φρούτα, οι ξηροί καρποί, τα μηχανήματα και τα μεταλλικά προϊόντα, η ΕΕ τονίζει ότι η μείωση ή η πλήρης κατάργηση των δασμών μεταφράζεται σε χαμηλότερες τελικές τιμές, μεγαλύτερους όγκους πωλήσεων και σταθερότερη παρουσία στις αγορές της Mercosur.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από την ΕΕ στους Έλληνες αγρότες και στον αγροδιατροφικό τομέα, ο οποίος σήμερα παραμένει υποεκπροσωπημένος στις εξαγωγές προς τη Mercosur λόγω απαγορευτικών δασμών και περιορισμών. Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της ΕΕ, η συμφωνία καταργεί ή μειώνει δραστικά αυτούς τους δασμούς, δημιουργώντας πραγματικές προοπτικές αύξησης των ελληνικών αγροδιατροφικών εξαγωγών, οι οποίες το 2024 ανήλθαν σε 34,3 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η ΕΕ υποστηρίζει ότι διασφαλίζει τα συμφέροντα των Ευρωπαίων και Ελλήνων παραγωγών μέσω ποσοστώσεων στις εισαγωγές ευαίσθητων προϊόντων από τη Mercosur, ρήτρας διασφάλισης για την αντιμετώπιση αιφνίδιων αυξήσεων εισαγωγών και ετοιμότητας άμεσης παρέμβασης σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της αγοράς. Τονίζεται επίσης ότι τα υψηλά πρότυπα της ΕΕ για την ασφάλεια τροφίμων και τη βιωσιμότητα δεν τίθενται σε καμία περίπτωση σε διαπραγμάτευση και ισχύουν εξίσου για τα προϊόντα της Mercosur.
Κεντρικό σημείο της ευρωπαϊκής επιχειρηματολογίας είναι η προστασία των ελληνικών προϊόντων ποιότητας μέσω των γεωγραφικών ενδείξεων. Η συμφωνία προβλέπει την προστασία 21 ελληνικών προϊόντων, από τη φέτα και το ελαιόλαδο έως τα κρασιά και τη μαστίχα Χίου, γεγονός που αποτρέπει τις απομιμήσεις και επιτρέπει την πώλησή τους σε σαφώς υψηλότερες, premium τιμές, έως και δύο ή τρεις φορές πάνω από τα μη πιστοποιημένα προϊόντα. Αυτό, σύμφωνα με την ΕΕ, αποτελεί άμεσο εργαλείο αύξησης εισοδήματος για τους Έλληνες παραγωγούς.
Η ΕΕ υποστηρίζει επίσης ότι η συμφωνία ανοίγει ουσιαστικά την αγορά υπηρεσιών της Mercosur, έναν τομέα όπου η Ελλάδα έχει ισχυρή παρουσία, με εξαγωγές ύψους 1,6 δισ. ευρώ ετησίως, κυρίως στις μεταφορές, τον τουρισμό και τις πολιτιστικές υπηρεσίες. Η απελευθέρωση και η καλύτερη ρύθμιση τομέων όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, οι τηλεπικοινωνίες, οι μεταφορές, το ψηφιακό εμπόριο και οι περιβαλλοντικές υπηρεσίες εκτιμάται ότι θα μειώσει το κόστος και θα αυξήσει τις ευκαιρίες για ελληνικές εταιρείες.
Τέλος, η ΕΕ τονίζει ότι η συμφωνία θα βοηθήσει και τις μικρές ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν το 97% των εξαγωγέων της χώρας. Μέσω της απλούστευσης τελωνειακών διαδικασιών, της μείωσης του διοικητικού φόρτου, της ευκολότερης πιστοποίησης προϊόντων και της βελτιωμένης πρόσβασης σε δημόσιες συμβάσεις και πληροφορίες, η συμφωνία στοχεύει να μετατρέψει τη Mercosur από δύσκολη και ακριβή αγορά σε ρεαλιστικό εξαγωγικό προορισμό. Συνολικά, η θέση της ΕΕ είναι ότι η συμφωνία ΕΕ-Mercosur είναι ένα εργαλείο ανάπτυξης, απασχόλησης και ενίσχυσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, με σαφείς δικλίδες ασφαλείας για τους παραγωγούς και τα πρότυπα της Ευρώπης.