Οι επίσημες διατροφικές οδηγίες χρησιμοποιούνται ευρέως από τους επαγγελματίες υγείας και διατροφής, όμως ένα σημαντικό μέρος τους θεωρεί ότι δεν είναι αρκετά χρήσιμες όταν ο στόχος είναι να ενθαρρύνουν τον πληθυσμό να ακολουθεί ταυτόχρονα πιο υγιεινές και πιο βιώσιμες διατροφικές επιλογές. Νέα διεθνής μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 118 επαγγελματίες υγείας και διατροφής από διαφορετικές περιοχές του κόσμου, καταγράφει συγκεκριμένες αδυναμίες των εθνικών διατροφικών οδηγιών, με την ανεπαρκή παρουσία ορισμένων φυτικών τροφίμων να βρίσκεται ανάμεσα στα βασικά σημεία που επισημαίνουν οι συμμετέχοντες.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Göttingen και της ProVeg International και είχε δύο στάδια. Αρχικά πραγματοποιήθηκαν 20 ποιοτικές συνεντεύξεις με επαγγελματίες από έξι ηπείρους, ώστε να εντοπιστούν τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν κατά την εφαρμογή των διατροφικών οδηγιών. Στη συνέχεια, τα ευρήματα χρησιμοποιήθηκαν για τη διαμόρφωση μιας ποσοτικής έρευνας στην οποία συμμετείχαν 118 επαγγελματίες.
Οι οδηγίες χρησιμοποιούνται, αλλά δεν θεωρούνται αρκετές
Το 80,5% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι χρησιμοποιεί τις εθνικές διατροφικές οδηγίες στην επαγγελματική του πρακτική. Ωστόσο, όταν αξιολογήθηκε η χρησιμότητά τους για την προώθηση υγιεινών και βιώσιμων διατροφικών επιλογών, το 57,6% τις χαρακτήρισε μόλις «κάπως» ή «λίγο» χρήσιμες.
Η απόσταση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι διατροφικές οδηγίες δεν απευθύνονται μόνο στους καταναλωτές. Αποτελούν εργαλεία που χρησιμοποιούνται από επαγγελματίες υγείας, σχολεία, δημόσιους φορείς και άλλους οργανισμούς για τη διαμόρφωση συστάσεων και πολιτικών γύρω από τη διατροφή. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι οδηγίες πρέπει επομένως να είναι αρκετά πρακτικές ώστε να μπορούν να μετατραπούν σε συγκεκριμένες συμβουλές που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της καθημερινής διατροφής.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία που ανέδειξαν οι συμμετέχοντες ήταν η παρουσία των φυτικών τροφίμων στις επίσημες συστάσεις. Το 62,7% θεώρησε ότι τα όσπρια υποεκπροσωπούνται στις εθνικές οδηγίες της χώρας του, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φυτικά ροφήματα και υποκατάστατα γάλακτος ήταν 47,5% και για τους ξηρούς καρπούς και τους σπόρους 42,4%.
Τα συγκεκριμένα ποσοστά αποτυπώνουν τις απόψεις των συμμετεχόντων και δεν αποτελούν ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των εθνικών διατροφικών οδηγιών. Η μελέτη εξετάζει δηλαδή τι θεωρούν οι ίδιοι οι επαγγελματίες ότι λείπει από τις οδηγίες που χρησιμοποιούν και όχι εάν κάθε χώρα έχει αντικειμενικά ανεπαρκείς συστάσεις για τις συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων.
Δεν αρκεί να αλλάξουν οι συστάσεις
Ένα ακόμη εύρημα της έρευνας αφορά το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται να εφαρμόσουν τις διατροφικές οδηγίες οι επαγγελματίες. Το 83% των συμμετεχόντων ανέφερε ως σημαντικό εμπόδιο την αντιλαμβανόμενη επιρροή της βιομηχανίας τροφίμων, ενώ οι παραπλανητικές ή αντικρουόμενες πληροφορίες που κυκλοφορούν στο κοινό αναδείχθηκαν επίσης ως σημαντικό πρόβλημα.
Παράλληλα, οι συμμετέχοντες έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στο κόστος των τροφίμων. Η έρευνα καταλήγει ότι η ατομική συμβουλευτική δεν αρκεί όταν οι πιο υγιεινές επιλογές είναι ακριβότερες ή δυσκολότερα διαθέσιμες. Οι επαγγελματίες που συμμετείχαν στη μελέτη τάχθηκαν υπέρ παρεμβάσεων σε επίπεδο τροφικού συστήματος, όπως επιδοτήσεις για πιο υγιεινά τρόφιμα και φορολογικές ελαφρύνσεις για λαχανικά και όσπρια, ώστε οι συστάσεις να μπορούν να εφαρμοστούν ευκολότερα στην πράξη.
Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε επίσης στον τρόπο παρουσίασης των οδηγιών. Το μοντέλο του «πιάτου», δηλαδή μια οπτική απεικόνιση που δείχνει πώς μπορούν να συνδυαστούν οι διαφορετικές ομάδες τροφίμων σε ένα γεύμα, αναφέρθηκε ως χρήσιμο εργαλείο από το 77,1% των συμμετεχόντων. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι οδηγίες χρειάζεται να είναι όχι μόνο επιστημονικά τεκμηριωμένες αλλά και πρακτικές, κατανοητές και προσαρμοσμένες στις διαφορετικές διατροφικές και πολιτισμικές συνήθειες.
Η μελέτη δεν εξετάζει εάν μια διατροφή με περισσότερα φυτικά τρόφιμα είναι από μόνη της καλύτερη επιλογή για κάθε άνθρωπο ούτε προτείνει την πλήρη αντικατάσταση των ζωικών τροφίμων. Εξετάζει κυρίως το πώς οι επαγγελματίες υγείας αντιλαμβάνονται τις υπάρχουσες διατροφικές οδηγίες και τα εμπόδια στην εφαρμογή τους. Οι ίδιοι οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα ευρήματα αποτελούν ένα αρχικό βήμα για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι οδηγίες μπορούν να γίνουν πιο εφαρμόσιμες και αποτελεσματικές.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Current Developments in Nutrition.