Δύο πανευρωπαϊκές έρευνες αποκαλύπτουν χαμηλή ενημέρωση για τους κινδύνους και μικρή επίδραση των εθνικών συστάσεων στη συμπεριφορά των καταναλωτών
Η κατανάλωση ψαριών και θαλασσινών αυξήθηκε στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Ισλανδία και στη Νορβηγία την περίοδο 2023–2024, ανεξάρτητα από το αν είχαν εκδοθεί επικαιροποιημένες εθνικές διατροφικές οδηγίες. Αυτό προκύπτει από νέα αξιολόγηση της EFSA, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό EFSA Journal, έπειτα από αίτημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αποτύπωση των καταναλωτικών προτύπων και της επίγνωσης των σχετικών κινδύνων και οφελών. Η Αρχή διερεύνησε τόσο τη συχνότητα κατανάλωσης όσο και το επίπεδο ενημέρωσης των πολιτών σχετικά με πιθανούς χημικούς κινδύνους, όπως ο υδράργυρος, καθώς και το κατά πόσο οι εθνικές διατροφικές συστάσεις είναι γνωστές και επηρεάζουν πραγματικά τις επιλογές των καταναλωτών.
Δύο έρευνες σε εφήβους, ενήλικες και εγκύους
Για την αξιολόγηση πραγματοποιήθηκαν δύο μεγάλες έρευνες, το 2023 και το 2024, σε εφήβους, ενήλικες και εγκύους. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων με τη χρήση ειδικού ερωτηματολογίου που κατέγραφε τόσο τις διατροφικές προτιμήσεις όσο και το επίπεδο ενημέρωσης των συμμετεχόντων.
Συνολικά εξετάστηκαν 38 είδη ψαριών, τα οποία ομαδοποιήθηκαν με βάση τα ανώτατα επίπεδα υδραργύρου που μπορεί να περιέχουν, συγκεκριμένα 1,0 mg/kg, 0,5 mg/kg και 0,3 mg/kg. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να δηλώσουν τη συχνότητα κατανάλωσης κάθε κατηγορίας, την επίγνωσή τους σχετικά με χημικούς ρύπους και τη γνώση τους για τις εθνικές διατροφικές συστάσεις.
Η ανάλυση έδειξε ότι η κατανάλωση ψαριών και θαλασσινών αυξήθηκε μεταξύ των δύο ερευνών σε όλες τις χώρες και σε όλες τις κατηγορίες ειδών, ανεξάρτητα από το επίπεδο περιεκτικότητας σε υδράργυρο και ανεξάρτητα από το αν είχε προηγηθεί επικαιροποίηση των εθνικών οδηγιών.
Χαμηλή γνώση για χημικούς κινδύνους
Παρά την αύξηση στην κατανάλωση, η ενημέρωση για πιθανούς χημικούς κινδύνους καταγράφηκε ως γενικά χαμηλή. Ο υδράργυρος ήταν ο πιο αναγνωρίσιμος ρύπος, όμως η συνολική γνώση για την παρουσία χημικών επιμολυντών στα ψάρια παρέμεινε περιορισμένη στο σύνολο του πληθυσμού.
Η επίγνωση της ύπαρξης εθνικών διατροφικών συστάσεων χαρακτηρίστηκε ως μέτρια, με ελαφρώς υψηλότερα ποσοστά στις εγκύους, οι οποίες αποτελούν ομάδα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος λόγω της ευαισθησίας του εμβρύου σε υψηλή έκθεση σε υδράργυρο. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την ομάδα, οι δηλωθείσες αλλαγές στη διατροφική συμπεριφορά που αποδόθηκαν άμεσα στις εθνικές συστάσεις ήταν περιορισμένες.
Το εύρημα αυτό δείχνει ότι, παρότι οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες, η επίδρασή τους στις πραγματικές καταναλωτικές επιλογές παραμένει μικρή. Η EFSA επισημαίνει ότι οι πηγές ενημέρωσης παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς, με διαφοροποιήσεις ανά χώρα και πληθυσμιακή ομάδα. Οι ερωτηθέντες ανέφεραν διαφορετικές πηγές πληροφόρησης για θέματα διατροφής και ασφάλειας τροφίμων, γεγονός που επηρεάζει την κατανόηση και την υιοθέτηση συστάσεων. Η επίδραση των μέσων ενημέρωσης, των επαγγελματιών υγείας και των δημόσιων αρχών δεν ήταν ομοιόμορφη σε όλα τα κράτη. Η EFSA αναγνώρισε επίσης αβεβαιότητες που συνδέονται με τη μεθοδολογία αυτοαναφοράς κατανάλωσης και με τις διαφοροποιήσεις στην εθνική επικοινωνία κινδύνου. Στην έκθεση περιλαμβάνονται συστάσεις για τη βελτίωση μελλοντικών αξιολογήσεων, ώστε να ενισχυθεί η ακρίβεια των δεδομένων και να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια η σχέση μεταξύ ενημέρωσης και συμπεριφοράς.