Ερευνητές εντόπισαν βαθμιαία σχέση μεταξύ έκθεσης σε αντιβιοτικά και ψυχολογικής δυσφορίας στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης
Η περιγεννητική κατάθλιψη, δηλαδή η κατάθλιψη που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή στην περίοδο μετά τον τοκετό, αποτελεί μια από τις πιο συχνές ψυχικές διαταραχές που βιώνουν οι γυναίκες και επηρεάζει τόσο την ευεξία της μητέρας όσο και την ανάπτυξη του παιδιού. Νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο BMC Public Health τον Ιανουάριο του 2026 προσθέτει ένα νέο παράγοντα στη συζήτηση για τη μητρική ψυχική υγεία: Τη χρήση αντιβιοτικών πριν και κατά τη διάρκεια της κύησης.
Η έρευνα αναλύει δεδομένα από 94.490 εγκύους που συμμετείχαν στη μεγάλης κλίμακας ιαπωνική μελέτη Japan Environment and Children’s Study (JECS), μια εθνική μελέτη κοόρτης γεννήσεων που εξετάζει πώς οι περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν την υγεία και ανάπτυξη των παιδιών. Οι περισσότερες γυναίκες εντάχθηκαν στη μελέτη γύρω στην 12η εβδομάδα κύησης και αξιολογήθηκαν περίπου στη 15η εβδομάδα.
Πώς σχεδιάστηκε η έρευνα
Οι ερευνητές συνέλεξαν πληροφορίες για τη χρήση αντιβιοτικών κατά τον χρόνο που προηγήθηκε της πρώιμης εγκυμοσύνης, καλύπτοντας δύο φάσεις: από πριν τη σύλληψη έως την αναγνώριση της εγκυμοσύνης, και από την αναγνώριση της εγκυμοσύνης έως την ένταξη στη μελέτη. Οι συμμετέχουσες κατηγοριοποιήθηκαν σε τρεις ομάδες: εκείνες που δεν χρησιμοποίησαν αντιβιοτικά, εκείνες που τα χρησιμοποίησαν σε μία από τις δύο περιόδους, και εκείνες που τα χρησιμοποίησαν και στις δύο περιόδους.
Η ψυχολογική δυσφορία αξιολογήθηκε με την ιαπωνική έκδοση της Κλίμακας Ψυχολογικής Δυσφορίας Kessler (K6), ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο αυτοαναφερόμενο ερωτηματολόγιο έξι ερωτήσεων για την ψυχική κατάσταση. Η ανάλυση έλεγξε για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες όπως ηλικία μητέρας, δείκτη μάζας σώματος πριν την εγκυμοσύνη, επίπεδο εκπαίδευσης, εισόδημα, κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ, οικογενειακή κατάσταση και ιστορικό ψυχιατρικών παθήσεων.
Τα ευρήματα
Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν μια βαθμιαία σχέση μεταξύ της έκθεσης σε αντιβιοτικά και της ψυχολογικής δυσφορίας. Σε σύγκριση με τις γυναίκες που δεν χρησιμοποίησαν αντιβιοτικά, ο λόγος πιθανοτήτων για μέτρια ψυχολογική δυσφορία (βαθμολογία K6 από 5 έως 12) ήταν 1,12 για χρήση σε μία περίοδο και 1,22 για χρήση και στις δύο περιόδους. Για σοβαρή ψυχολογική δυσφορία (βαθμολογία K6 πάνω από 13), οι αντίστοιχοι λόγοι ήταν 1,07 και 1,50. Δηλαδή, η πιθανότητα σοβαρής ψυχολογικής δυσφορίας ήταν 50% υψηλότερη στις γυναίκες που είχαν χρησιμοποιήσει αντιβιοτικά και στις δύο περιόδους σε σύγκριση με εκείνες που δεν τα είχαν χρησιμοποιήσει καθόλου.
Μια πιθανή εξήγηση για αυτά τα ευρήματα σχετίζεται με το εντερικό μικροβίωμα, καθώς τα αντιβιοτικά μπορούν να διαταράξουν τη μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου. Αλλαγές στο εντερικό μικροβίωμα έχουν παρατηρηθεί σε διάφορες παθήσεις, συμπεριλαμβανομένης της παχυσαρκίας, του διαβήτη και της φλεγμονής, ενώ η σχέση μεταξύ μικροβιώματος και ψυχιατρικών παθήσεων αποτελεί αντικείμενο αυξανόμενης επιστημονικής έρευνας μέσω του λεγόμενου άξονα εντέρου-εγκεφάλου.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα ευρήματα δεν συνιστούν αποφυγή αντιβιοτικών όταν αυτά είναι ιατρικά αναγκαία. Αντίθετα, η μελέτη συμβάλλει στη συζήτηση για κατάλληλη χρήση αντιβιοτικών και στις προσπάθειες μείωσης των περιττών συνταγογραφήσεων, ιδιαίτερα σε γυναίκες που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη ή βρίσκονται στο πρώιμο στάδιό της.