Νέα έρευνα καταγράφει παρόμοια αρχική μείωση βάρους με τη σεμαγλουτίδη και μεγαλύτερη διατήρηση της απώλειας μετά τη διακοπή
Τα νέα φάρμακα απώλειας βάρους με δραστική ουσία τη σεμαγλουτίδη έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλή τα τελευταία χρόνια, καθώς συνδέονται με σημαντική μείωση της όρεξης και του σωματικού βάρους. Ωστόσο, δεν είναι η μόνη επιλογή που μελετάται για τον έλεγχο του βάρους. Νέα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι μια λιγότερο γνωστή ουσία, το γλυκαντικό D-αλλουλόζη, μπορεί επίσης να συμβάλει στην απώλεια βάρους και μάλιστα με πιο σταθερό αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients συνέκρινε άμεσα τη σεμαγλουτίδη σε μορφή δισκίου με τη D-αλλουλόζη σε παχύσαρκα ποντίκια. Και οι δύο ουσίες χορηγήθηκαν με τον ίδιο τρόπο και στις ίδιες συνθήκες, ώστε τα αποτελέσματα να είναι συγκρίσιμα.
Στην αρχή της χορήγησης, τόσο η σεμαγλουτίδη όσο και η D-αλλουλόζη μείωσαν σημαντικά την πρόσληψη τροφής και το σωματικό βάρος. Η διαφορά φάνηκε στη συνέχεια. Με τη σεμαγλουτίδη, η απώλεια βάρους άρχισε να σταθεροποιείται μετά τις πρώτες ημέρες και, όταν διακόπηκε η χορήγηση, το βάρος άρχισε να επανέρχεται. Αντίθετα, με τη D-αλλουλόζη η μείωση του βάρους διατηρήθηκε για περισσότερες ημέρες και παρέμεινε ακόμη και μετά τη διακοπή.
Σε ό,τι αφορά το σάκχαρο στο αίμα, η D-αλλουλόζη έδρασε πιο γρήγορα, μειώνοντας τα επίπεδα γλυκόζης νωρίτερα σε σχέση με τη σεμαγλουτίδη. Παράλληλα, και οι δύο ουσίες αύξησαν τη μυϊκή δύναμη των ζώων, σύμφωνα με ειδική δοκιμασία λαβής, γεγονός που έχει σημασία καθώς η απώλεια βάρους συχνά συνοδεύεται από απώλεια μυϊκής μάζας.
Τι είναι όμως η D-αλλουλόζη; Πρόκειται για ένα σάκχαρο χαμηλής θερμιδικής αξίας, που βρίσκεται φυσικά σε μικρές ποσότητες σε ορισμένα φρούτα. Είναι γνωστή και ως ψυκτόζη και προωθείται ως εναλλακτική της ζάχαρης σε τρόφιμα και ποτά, καθώς φαίνεται να επηρεάζει λιγότερο τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιείται ήδη ως υποκατάστατο ζάχαρης.
Στην Ευρώπη, ωστόσο, η διάθεσή της παραμένει μπλοκαρισμένη. Η πρόθεση της εταιρείας Petiva Europe SA να διαθέσει τη D-αλλουλόζη στην ευρωπαϊκή αγορά ως νέο τρόφιμο έχει συναντήσει αδιέξοδο. Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων ανακοίνωσε ότι δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την ασφάλεια της ουσίας, καθώς η αξιολόγηση κινδύνου παρέμεινε ατελής λόγω έλλειψης κρίσιμων επιστημονικών στοιχείων.
Η αίτηση αφορούσε την έγκριση της D-αλλουλόζης ως υποκατάστατου της ζάχαρης σε τρόφιμα που προορίζονται για το γενικό καταναλωτικό κοινό. Κατά την αξιολόγηση διαπιστώθηκαν ελλείψεις σε βασικά δεδομένα, όπως η ακριβής ταυτότητα του συστατικού, η μέθοδος παραγωγής του, η χημική του σύσταση, η ασφάλεια κατανάλωσης από τον άνθρωπο, η πιθανή γενετοξικότητα και οι επιπτώσεις από τα προτεινόμενα επίπεδα χρήσης. Παρά τις επανειλημμένες επικοινωνίες της EFSA με την εταιρεία, δεν υπήρξε ουσιαστική ανταπόκριση πέρα από μια αρχική υποβολή στοιχείων το 2020. Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, η επιστημονική ομάδα της Αρχής κατέληξε ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί η ασφάλεια της D-αλλουλόζης για κατανάλωση. Το συμπέρασμα αυτό δεν σημαίνει ότι η ουσία είναι επικίνδυνη, αλλά ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να εγκριθεί.
Η έρευνα σε πειραματόζωα δείχνει ότι η D-αλλουλόζη μπορεί να έχει ουσιαστική επίδραση στη μείωση του βάρους και στον έλεγχο του σακχάρου. Ωστόσο, για την ευρωπαϊκή αγορά, η συζήτηση παραμένει ανοιχτή και εξαρτάται από την κατάθεση πλήρων και τεκμηριωμένων επιστημονικών δεδομένων.