Αποτελέσματα πανεπιστημιακής έρευνας σε αγελαδοτροφικές εκμεταλλεύσεις της Κεντρικής Μακεδονίας, με έμφαση στις διαφορές μεταξύ μικρών και μεγάλων μονάδων και στη σταθερότητα των συνεργασιών με τη γαλακτοβιομηχανία
Το επίπεδο ικανοποίησης των Ελλήνων αγελαδοτρόφων από τη συνεργασία τους με τις γαλακτοβιομηχανίες καταγράφει εμπειρική δημοσκοπική μελέτη που εκπονήθηκε από πανεπιστημιακή ερευνητική ομάδα και δημοσιεύτηκε σήμερα 15 Ιανουαρίου, στο επιστημονικό περιοδικό prossedings. Η μελέτη εξετάζει συστηματικά τις διαφορές ανάμεσα σε μικρές και μεγάλες κτηνοτροφικές μονάδες, αποτυπώνοντας τις συνθήκες συνεργασίας, το βαθμό ικανοποίησης και τη συμπεριφορά των παραγωγών σε περιπτώσεις δυσαρέσκειας.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας της Γεωπονικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με το Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Η δημοσκόπηση βασίστηκε σε δομημένες τηλεφωνικές συνεντεύξεις με διαχειριστές επισήμως καταγεγραμμένων αγελαδοτροφικών εκμεταλλεύσεων της Κεντρικής Μακεδονίας. Τα δεδομένα αφορούν την περίοδο 2011–2015 και συλλέχθηκαν μεταξύ Ιουνίου και Σεπτεμβρίου 2016, με βάση μητρώα της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας της Περιφέρειας. Η ανάλυση επικεντρώθηκε σε δύο ακραίες κατηγορίες μεγέθους εκμετάλλευσης: μικρές μονάδες με 1 έως 100 ζώα και μεγάλες μονάδες με 401 έως 1000 ζώα. Η επιλογή αυτή έγινε ώστε να αναδειχθούν καθαρά οι διαρθρωτικές διαφορές στη διαπραγματευτική ισχύ και στις συνθήκες συνεργασίας με τις γαλακτοβιομηχανίες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Επεκτείνεται και σε άλλες γεύσεις η ανάκληση σοκολάτας – Φόβοι μόλυνσης όλου του εξοπλισμού της εταιρείας
Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να αξιολογήσουν το επίπεδο ικανοποίησής τους από τη συνεργασία με τη γαλακτοβιομηχανία που προμήθευαν, χρησιμοποιώντας κλίμακα πέντε βαθμίδων, από «καθόλου ικανοποιημένος» έως «απόλυτα ικανοποιημένος». Η ανάλυση των δεδομένων έγινε με περιγραφικά στατιστικά εργαλεία, με στόχο την καταγραφή τάσεων και τη σύγκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών εκμεταλλεύσεων.
Τα αποτελέσματα δείχνουν σαφή διαφοροποίηση ανάλογα με το μέγεθος της μονάδας. Οι μικρές εκμεταλλεύσεις εμφανίζουν συνολικά χαμηλό έως μέτριο επίπεδο ικανοποίησης από τη συνεργασία τους με τις γαλακτοβιομηχανίες. Σε όλη την εξεταζόμενη πενταετία, η πλειονότητα των απαντήσεων συγκεντρώνεται στη βαθμίδα της μέτριας ικανοποίησης, χωρίς σε καμία χρονιά να καταγράφεται καθολική ή ιδιαίτερα υψηλή ικανοποίηση. Η εικόνα αυτή αποδίδεται στη περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ των μικρών παραγωγών, στην εξάρτησή τους από λίγους τοπικούς αγοραστές και στη μειωμένη δυνατότητα βελτίωσης των συμβατικών όρων συνεργασίας.
Αντίθετα, οι μεγάλες αγελαδοτροφικές μονάδες δηλώνουν σταθερά υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης. Στις περισσότερες χρονιές της περιόδου 2011–2015, η πλειονότητα των μεγάλων εκμεταλλεύσεων κατατάσσει τη συνεργασία της με τις γαλακτοβιομηχανίες στις ανώτερες βαθμίδες της κλίμακας. Ενδεικτικά, σε ορισμένα έτη καταγράφεται καθολική δήλωση πολύ υψηλής ικανοποίησης. Σύμφωνα με τη μελέτη, το αποτέλεσμα αυτό συνδέεται με τη μεγαλύτερη ποσότητα παραγόμενου γάλακτος, τη σταθερότητα των παραδόσεων και την ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση που διαθέτουν οι μεγάλες μονάδες απέναντι στις βιομηχανίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάλυση της συμπεριφοράς των παραγωγών σε περιπτώσεις δυσαρέσκειας. Από τους μικρούς κτηνοτρόφους που δηλώνουν δυσαρεστημένοι, λιγότερο από το ένα τέταρτο προχώρησε σε αλλαγή γαλακτοβιομηχανίας. Η συντριπτική πλειονότητα παρέμεινε στον ίδιο συνεργάτη, παρά τα προβλήματα που ανέφερε. Στις μεγάλες εκμεταλλεύσεις δεν καταγράφηκε καμία αλλαγή συνεργάτη, ακόμη και όταν υπήρχαν ενδείξεις δυσαρέσκειας. Το εύρημα αυτό αναδεικνύει τη δομική ακαμψία της αγοράς γάλακτος και την περιορισμένη διαθεσιμότητα εναλλακτικών επιλογών, ιδιαίτερα για τους μικρούς παραγωγούς.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι, παρότι τα δεδομένα αφορούν προηγούμενη δεκαετία, τα βασικά χαρακτηριστικά της αγοράς και οι ανισορροπίες ισχύος παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ενεργά. Η μελέτη προσφέρει τεκμηριωμένη εικόνα των σχέσεων μεταξύ κτηνοτρόφων και γαλακτοβιομηχανιών, καταγράφοντας με σαφήνεια ότι το μέγεθος της εκμετάλλευσης αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το επίπεδο ικανοποίησης και τη σταθερότητα των συνεργασιών στον ελληνικό γαλακτοκομικό τομέα.
