Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων εξέτασε για πρώτη φορά συνδυαστικά την έκθεση στο λυκοπένιο από φυσικές πηγές, εγκεκριμένες χρήσεις ως πρόσθετο τροφίμων και νέα τρόφιμα
Το λυκοπένιο είναι ένα καροτενοειδές χρωστικό που δίνει στις ντομάτες, τα καρπούζια και άλλα κόκκινα φρούτα και λαχανικά το χαρακτηριστικό τους χρώμα. Στη βιομηχανία τροφίμων χρησιμοποιείται ως φυσικό χρωστικό πρόσθετο, ενώ τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται και σε μορφή νέου τροφίμου, κυρίως ως συστατικό συμπληρωμάτων διατροφής. Η ταυτόχρονη παρουσία του σε τόσες διαφορετικές πηγές οδήγησε την EFSA στο να αξιολογήσει πόση ποσότητα λυκοπενίου λαμβάνουν τελικά οι Ευρωπαίοι καταναλωτές όταν όλες αυτές οι πηγές συνυπολογιστούν μαζί.
Η ανάγκη για αυτή την αξιολόγηση προέκυψε από συγκεκριμένο ρυθμιστικό γεγονός. Το 2023, η EFSA εξέδωσε γνώμη για την ασφάλεια εκχυλίσματος κίτρινης και πορτοκαλί ντομάτας ως νέου τροφίμου βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2283. Το συμπέρασμα ήταν ανησυχητικό: η ασφαλής χρήση του δεν μπορούσε να τεκμηριωθεί υπό τις προτεινόμενες συνθήκες, διότι οι εκτιμώμενες προσλήψεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπέρβαση της αποδεκτής ημερήσιας πρόσληψης (ADI) για το λυκοπένιο, ιδίως όταν συνυπολογίζεται η φυσική παρουσία του στη διατροφή και οι εγκεκριμένες χρήσεις ως πρόσθετο. Μετά από αυτό, η EFSA έλαβε εντολή να διεξαγάγει ολοκληρωμένη αξιολόγηση διατροφικής έκθεσης.
Πώς σχεδιάστηκε η αξιολόγηση και ποια δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν
Η αξιολόγηση στηρίχθηκε σε τρεις κατηγορίες δεδομένων. Για τις εγκεκριμένες χρήσεις ως πρόσθετο τροφίμων και ως νέο τρόφιμο, τα δεδομένα επιπέδων χρήσης συλλέχθηκαν απευθείας από τη βιομηχανία. Για το φυσικά εμφανιζόμενο λυκοπένιο στη διατροφή, τα δεδομένα εμφάνισης αντλήθηκαν από την επιστημονική βιβλιογραφία. Τα δεδομένα κατανάλωσης τροφίμων προήλθαν από την Ολοκληρωμένη Ευρωπαϊκή Βάση Δεδομένων Κατανάλωσης Τροφίμων της EFSA, η οποία καλύπτει διάφορες ηλικιακές ομάδες και χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αξιολογήθηκαν πέντε σενάρια έκθεσης. Το πρώτο αφορούσε τα ρυθμιστικά μέγιστα επίπεδα και αντιπροσωπεύει την πιο συντηρητική εκτίμηση. Το δεύτερο ήταν το εξειδικευμένο σενάριο χωρίς πίστη σε συγκεκριμένη μάρκα, που αντικατοπτρίζει πιο ρεαλιστικά τη συμπεριφορά των καταναλωτών στην αγορά. Το τρίτο εξέτασε αποκλειστικά τους καταναλωτές συμπληρωμάτων διατροφής. Το τέταρτο και το πέμπτο σενάριο αφορούσαν βρέφη και νήπια που καταναλώνουν τρόφιμα για ειδικούς ιατρικούς σκοπούς, με το πέμπτο να εστιάζει ειδικά σε βρέφη κάτω των 16 εβδομάδων.
Τα ευρήματα και ποιες ομάδες εκτίθενται περισσότερο
Στο σενάριο ρυθμιστικών μέγιστων επιπέδων, οι υψηλότερες εκθέσεις παρατηρήθηκαν στα νήπια, με μέση έκθεση 1,2 mg λυκοπενίου ανά κιλό σωματικού βάρους ανά ημέρα και έκθεση 95ης εκατοστιαίας θέσης 2,52 mg/kg σ.β./ημέρα. Στο εξειδικευμένο σενάριο χωρίς πίστη σε συγκεκριμένη μάρκα, η υψηλότερη μέση έκθεση παρέμεινε στα νήπια με 0,36 mg/kg σ.β./ημέρα, ενώ η 95η εκατοστιαία θέση ήταν υψηλότερη στα βρέφη με 0,97 mg/kg σ.β./ημέρα.
Ένα κρίσιμο εύρημα αφορά τη σχετική συνεισφορά κάθε πηγής. Στο εξειδικευμένο σενάριο χωρίς πίστη σε μάρκα, το φυσικά εμφανιζόμενο λυκοπένιο από τη συνήθη διατροφή αποτελεί την κυρίαρχη πηγή συνολικής έκθεσης. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και χωρίς πρόσθετα ή νέα τρόφιμα, η φυσική διατροφή παρέχει ήδη σημαντικές ποσότητες λυκοπενίου, ιδίως μέσω της κατανάλωσης ντομάτας και προϊόντων της. Στο σενάριο των καταναλωτών συμπληρωμάτων διατροφής, η χρήση του νέου τροφίμου σε συμπληρώματα συνεισέφερε σημαντικά στη συνολική έκθεση, οδηγώντας σε διπλασιασμό της έκθεσης από τη βασική διατροφή. Αντίθετα, η χρήση νέου τροφίμου σε τρόφιμα ειδικού ιατρικού σκοπού για βρέφη και νήπια συνεισέφερε σε πολύ μικρότερο βαθμό σε σύγκριση με το σενάριο των συμπληρωμάτων.
Η αξιολόγηση αυτή έχει άμεσες ρυθμιστικές συνέπειες. Καταδεικνύει ότι η αξιολόγηση ασφάλειας ενός συστατικού δεν μπορεί να γίνεται αποκομμένα από το υπόλοιπο διατροφικό πλαίσιο. Όταν ένα συστατικό όπως το λυκοπένιο εμφανίζεται φυσικά στη διατροφή, χρησιμοποιείται ως εγκεκριμένο πρόσθετο και εισάγεται ταυτόχρονα και ως νέο τρόφιμο, η ολική έκθεση μπορεί να υπερβεί ασφαλή όρια ακόμα και αν κάθε χρήση ξεχωριστά κρίνεται αποδεκτή. Ειδικά για τα νήπια, που ανά κιλό σωματικού βάρους καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες ορισμένων τροφίμων, η συνδυαστική έκθεση απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή κατά τον καθορισμό των μέγιστων επιτρεπόμενων επιπέδων χρήσης.