Οι αρχές προβαίνουν σε αυστηρές συστάσεις για την κατανάλωση ψαριών γλυκού νερού
Η κατανάλωση μεγάλων ψαριών γλυκού νερού μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους για την υγεία, ιδίως για τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Οι έγκυες γυναίκες, οι θηλάζουσες μητέρες και τα μικρά παιδιά κάτω των πέντε ετών προειδοποιούνται να αποφεύγουν εντελώς την κατανάλωση ψαριών που έχουν αλιεύσει οι ίδιοι από ποτάμια και λίμνες. Η σύσταση προέρχεται από τη Νορβηγική Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων και βασίζεται σε δεδομένα που δείχνουν υψηλές συγκεντρώσεις υδραργύρου σε ορισμένα είδη ψαριών γλυκού νερού.
Συγκεκριμένα, πέρκες μήκους άνω των 25 εκατοστών, λούτσοι μεγάλου μεγέθους, πέστροφες και σαλβελίνοι βάρους άνω του ενός κιλού θεωρούνται επικίνδυνα τρόφιμα λόγω της αυξημένης πιθανότητας συσσώρευσης τοξικών ουσιών. Ο υδράργυρος, που αποτελεί το βασικό αίτιο της προειδοποίησης, είναι γνωστός νευροτοξικός παράγοντας, με ιδιαίτερη επικινδυνότητα για την εμβρυϊκή και παιδική ανάπτυξη.
Πέρα από τον υδράργυρο, τα ψάρια γλυκού νερού ενδέχεται να περιέχουν και άλλους επικίνδυνους ρύπους, όπως διοξίνες, πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCB τύπου διοξίνης) και βρωμιωμένους επιβραδυντές φλόγας. Οι ουσίες αυτές, παρόλο που δεν ανιχνεύονται πάντα, μπορούν να βρεθούν σε υψηλές συγκεντρώσεις σε συγκεκριμένες περιοχές, επηρεάζοντας αρνητικά τη λειτουργία του ενδοκρινικού και του νευρικού συστήματος.
Ένας επιπλέον παράγοντας ανησυχίας αφορά τις φθοριούχες ενώσεις (PFAS), οι οποίες έχουν εντοπιστεί σε υδάτινα ρεύματα που βρίσκονται κοντά σε χώρους εκπαίδευσης πυρόσβεσης, ιδίως σε περιοχές αεροδρομίων. Η κατανάλωση ψαριών από τέτοιες τοποθεσίες ενδέχεται να αυξάνει την έκθεση σε PFAS, οι οποίες είναι ιδιαίτερα ανθεκτικές και μπορεί να συσσωρεύονται στον ανθρώπινο οργανισμό για χρόνια.
Οι αρμόδιες αρχές επισημαίνουν ότι οι οδηγίες αυτές αφορούν αποκλειστικά την αλιεία για προσωπική κατανάλωση από φυσικά ύδατα και δεν αφορούν τα ψάρια γλυκού νερού που διατίθενται στο εμπόριο, τα οποία υπόκεινται σε συστηματικούς ελέγχους.