Τα κρυφά κενά στην ασφάλεια τροφίμων της Ευρώπης αποκαλύπτει νέα μελέτη – Σφάλματα δειγματοληψίας, περιορισμοί αναλυτικών μεθόδων και έλλειψη στοχευμένων παρεμβάσεων
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Italian Journal of Food Safety αποκαλύπτει ότι τα μέτρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενίσχυση των ελέγχων στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές από τρίτες χώρες αποδεικνύονται λιγότερο αποτελεσματικά απ’ όσο αναμενόταν. Οι ερευνητές αξιολόγησαν την αποτελεσματικότητα του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1793, ο οποίος προβλέπει αυξημένους ελέγχους στα σημεία εισόδου της ΕΕ για προϊόντα μη ζωικής προέλευσης που θεωρούνται υψηλού κινδύνου.
Σύμφωνα με τη μελέτη, παρά την εντατικοποίηση των επίσημων ελέγχων, ένα σημαντικό ποσοστό μη συμμορφούμενων φορτίων συνεχίζει να φτάνει στην ευρωπαϊκή αγορά. Με τη χρήση πιθανολογικών μοντέλων και του θεωρήματος του Μπαγιές, οι επιστήμονες κατέληξαν ότι η μείωση των παραβάσεων ήταν μικρότερη από το αναμενόμενο, ακόμη και όταν οι έλεγχοι αυξήθηκαν έως και στο 50% των εισαγόμενων παρτίδων. Οι συγγραφείς τονίζουν πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό αλλά και ποιοτικό, αφού η αποτελεσματικότητα των ελέγχων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ευαισθησία και την ακρίβεια των εργαστηριακών μεθόδων.
Η έρευνα δείχνει ότι, ακόμα και με εντατικούς ελέγχους, τα περιθώρια λάθους παραμένουν σημαντικά. Τα σφάλματα δειγματοληψίας ή οι περιορισμοί των αναλυτικών μεθόδων μπορούν να οδηγήσουν σε ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα, επιτρέποντας σε επικίνδυνα ή μη συμμορφούμενα προϊόντα να περάσουν στα ράφια της αγοράς. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η πραγματική αποτελεσματικότητα των μέτρων της ΕΕ μειώνεται δραματικά όταν η αρχική συχνότητα παραβάσεων είναι χαμηλή, ενώ το κόστος των ελέγχων παραμένει υψηλό.
Ωστόσο, η μελέτη προτείνει μια εναλλακτική λύση: την «κλιμακωτή ενίσχυση ελέγχων» — δηλαδή την αύξηση της συχνότητας των δειγματοληψιών κάθε φορά που εντοπίζεται παραβίαση. Σύμφωνα με τα μοντέλα που εφαρμόστηκαν, αυτή η πρακτική θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τα μη συμμορφούμενα φορτία, αν και συνεπάγεται υψηλότερο φόρτο εργασίας και κόστος. Η μέθοδος αυτή θεωρείται πιο αποδοτική όταν οι αρχικές παραβάσεις είναι συχνές ή όταν οι εργαστηριακές μέθοδοι έχουν υψηλή ευαισθησία ανίχνευσης.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η απόδοση των ελέγχων θα μπορούσε να βελτιωθεί με στοχευμένες παρεμβάσεις: εστίαση σε προϊόντα ή χώρες με ιστορικό μη συμμόρφωσης, χρήση πιο ακριβών τεχνικών ανάλυσης και βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών. Όπως σημειώνουν, η χρήση αξιόπιστων δεδομένων για τον εντοπισμό «υποσυνόλων κινδύνου» μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά τόσο την αποτελεσματικότητα όσο και την αποδοτικότητα του συστήματος.
Συμπερασματικά, το τρέχον σύστημα ελέγχων της ΕΕ προσφέρει μεν ένα επίπεδο προστασίας στους καταναλωτές, αλλά δεν είναι ανάλογο της προσπάθειας και των πόρων που απαιτεί. Για ουσιαστική βελτίωση, οι επιστήμονες προτείνουν μεθόδους δειγματοληψίας με μεγαλύτερη ακρίβεια, μεγαλύτερη αξιοποίηση στατιστικών εργαλείων και καλύτερη διαχείριση πληροφοριών που θα επιτρέπουν στοχευμένους και αποτελεσματικούς ελέγχους.