Η Ελλάδα αντιμέτωπη με το κόστος της σπατάλης τροφίμων – Νέα έκθεση της Food Saving Alliance Greece
Η σπατάλη τροφίμων παραμένει ένα από τα πιο σύνθετα και πολυδιάστατα προβλήματα για την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, με σημαντικές περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Food Saving Alliance Greece για το 2025. Η έκθεση, που αποτυπώνει την κατάσταση σε ολόκληρη την αλυσίδα τροφίμων, από την παραγωγή έως την κατανάλωση, αναδεικνύει ότι η Ελλάδα παράγει πάνω από δύο εκατομμύρια τόνους απορριμμάτων τροφίμων ετησίως, ενώ μόνο τα ελληνικά νοικοκυριά ευθύνονται για περίπου 930 χιλιάδες τόνους, γεγονός που καθιστά το τελικό στάδιο κατανάλωσης τον πιο κρίσιμο κρίκο του προβλήματος .
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα είναι εξίσου ανησυχητική, καθώς περισσότερα από 58 έως 59 εκατομμύρια τόνοι τροφίμων σπαταλώνται κάθε χρόνο, με το οικονομικό κόστος να εκτιμάται σε περίπου 132 δισεκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην έκθεση, πάνω από το μισό της συνολικής σπατάλης, περίπου 54%, εντοπίζεται στα νοικοκυριά, γεγονός που υπογραμμίζει τον καθοριστικό ρόλο της καταναλωτικής συμπεριφοράς στη διαμόρφωση του προβλήματος .
Η έκθεση αναδεικνύει επίσης τη στενή σύνδεση της σπατάλης τροφίμων με την κλιματική κρίση, καθώς εκτιμάται ότι ευθύνεται για περίπου 8 έως 10% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Την ίδια στιγμή, περίπου 28% της παγκόσμιας καλλιεργήσιμης γης χρησιμοποιείται για την παραγωγή τροφίμων που τελικά δεν καταναλώνονται, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική πίεση στους φυσικούς πόρους και τα οικοσυστήματα.
Ελλάδα: Κάθε πολίτης πετάει 201 κιλά τροφίμων τον χρόνο!
Ένα από τα πιο κρίσιμα στοιχεία είναι ότι η Ελλάδα καταγράφεται στις υψηλότερες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη συνολική σπατάλη τροφίμων ανά κάτοικο, με περίπου 201 κιλά ετησίως, γεγονός που δείχνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα νοικοκυριά αλλά συνολικά το σύστημα τροφίμων από την παραγωγή έως τη λιανική διανομή. Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι περίπου 930 χιλιάδες τόνοι τροφίμων χάνονται ετησίως μόνο στα ελληνικά νοικοκυριά, με εκτιμήσεις ότι περίπου το ήμισυ αυτών των ποσοτήτων θα μπορούσε να είχε καταναλωθεί κανονικά, κάτι που υπογραμμίζει ότι σημαντικό μέρος της σπατάλης δεν σχετίζεται με «αναπόφευκτες απώλειες» αλλά με καταναλωτικές συμπεριφορές και διαχείριση τροφίμων στο σπίτι.
Ένα ακόμη ιδιαίτερα κρίσιμο εύρημα αφορά την επισιτιστική ανασφάλεια, καθώς περίπου 12% έως 12,7% του πληθυσμού στην Ελλάδα δηλώνει ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πρόσβαση σε επαρκή και ποιοτική τροφή, στοιχείο που αναδεικνύει μια παράλληλη αντίφαση: υψηλή σπατάλη τροφίμων σε επίπεδο χώρας και ταυτόχρονα σημαντικό ποσοστό πολιτών που δεν καλύπτει πλήρως τις διατροφικές του ανάγκες.
Επιπλέον, η Ελλάδα κατατάσσεται χαμηλά στην ευρωπαϊκή κλίμακα κατανόησης της σήμανσης «ανάλωση κατά προτίμηση πριν από» (best before), καθώς μόνο περίπου 22% των καταναλωτών ερμηνεύουν σωστά τη συγκεκριμένη ένδειξη, γεγονός που οδηγεί σε απόρριψη τροφίμων που είναι ακόμη ασφαλή για κατανάλωση. Τέλος, η έκθεση αναδεικνύει ότι η κατά κεφαλήν σπατάλη στην Ελλάδα είναι περίπου διπλάσια από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι που την τοποθετεί ανάμεσα στις χώρες με τις υψηλότερες απώλειες τροφίμων, παράλληλα με δομικές αδυναμίες στην ενημέρωση των καταναλωτών, στην πρόληψη και στη συνολική οργάνωση της αλυσίδας τροφίμων.
Η Food Saving Alliance Greece, στο πλαίσιο της οποίας συμμετέχουν δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς, επιχειρήσεις και οργανισμοί της κοινωνίας των πολιτών, λειτουργεί ως συνεργατική πλατφόρμα για τη μείωση της σπατάλης τροφίμων σε εθνικό επίπεδο. Κεντρικός συντονιστής της πρωτοβουλίας είναι η μη κερδοσκοπική οργάνωση «Μπορούμε», ενώ στη συμμαχία συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η ΑΒ Βασιλόπουλος, η Coca-Cola Τρία Έψιλον, η Nestlé Ελλάς, η Unilever Ελλάς, η Barilla Hellas, η Danone Ελλάς, η Mondelez Ελλάς, η Lidl Ελλάς, η ΜΕΒΓΑΛ, η ΔΕΛΤΑ Τρόφιμα, η Μπάρμπα Στάθης, η ΕΛΑΪΣ-Unilever, καθώς και άλλες επιχειρήσεις τροφίμων, λιανεμπορίου και εστίασης που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά, μαζί με οργανισμούς της κοινωνίας των πολιτών, όπως το Μπορούμε, η Τράπεζα Τροφίμων και η WWF Ελλάς, καθώς και ακαδημαϊκά ιδρύματα όπως το Χαροκόπειο.
Σύμφωνα με την έκθεση, η στρατηγική της συμμαχίας δίνει έμφαση στην πρόληψη της σπατάλης, στην αξιοποίηση των περισσευούμενων τροφίμων μέσω δωρεών και επαναδιανομής, καθώς και στην ενίσχυση της εκπαίδευσης καταναλωτών και επαγγελματιών. Παράλληλα, αναπτύσσονται συστήματα καταγραφής και ψηφιακής παρακολούθησης της σπατάλης, ώστε να βελτιωθεί η ακρίβεια των δεδομένων και να υποστηριχθούν στοχευμένες πολιτικές παρεμβάσεις.
Η κεντρική διαπίστωση της έκθεσης είναι ότι η σπατάλη τροφίμων δεν αποτελεί απλώς περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά ένα βαθιά κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο που συνδέεται με την καθημερινή συμπεριφορά, την ενημέρωση των πολιτών και τη λειτουργία ολόκληρου του συστήματος τροφίμων. Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται εμφατικά το ερώτημα που συμπυκνώνει το πρόβλημα: αγοράζουμε τελικά για να φάμε ή για να πετάμε;