Νέα δεδομένα αποκαλύπτουν ότι η στροφή των καταναλωτών στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας δεν είναι παροδική τάση
Για πρώτη φορά στην ιστορία της ευρωπαϊκής λιανεμπορικής αγοράς, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, δηλαδή τα λεγόμενα «προϊόντα του σούπερ μάρκετ», κατέκτησαν το 50% των μονάδων που πωλούνται στις έξι μεγαλύτερες αγορές τροφίμων της Ευρώπης. Τα στοιχεία προέρχονται από την εταιρεία ανάλυσης αγοράς Circana και καλύπτουν τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η άνοδος δεν έγινε απότομα, καθώς τα μερίδια αυξάνονται σταθερά κάθε χρόνο από το 2021.
Η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλες τις χώρες. Η Ισπανία ηγείται με 59%, ακολουθούμενη από την Ολλανδία με 56%, αντικατοπτρίζοντας την ωριμότητα των μοντέλων λιανικής που βασίζονται στους discounters. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία βρίσκονται στο 52%, ενώ η Γαλλία (46%) και η Ιταλία (36%) παρουσιάζουν ακόμα σημαντικό περιθώριο περαιτέρω ανάπτυξης. Η τελευταία παραμένει η αγορά με το μεγαλύτερο χάσμα, γεγονός που αντανακλά την παραδοσιακά ισχυρότερη πίστη των Ιταλών καταναλωτών στα branded προϊόντα.
Η Circana προβλέπει επιτάχυνση της τάσης μέσα στο 2026, οδηγούμενη από δύο παράλληλες δυνάμεις. Η επίμονη πληθωριστική πίεση, που συνδέεται εν μέρει με γεωπολιτικές εντάσεις, αναμένεται να ανεβάσει περαιτέρω τις τιμές των branded προϊόντων, ωθώντας καταναλωτές προς τις φθηνότερες εναλλακτικές. Παράλληλα, η επέκταση του ηλεκτρονικού εμπορίου τροφίμων και των αλγοριθμικών εργαλείων αγορών μετατοπίζει τις αποφάσεις επιλογής από την αναγνωρισιμότητα brand στη λειτουργική ισοδυναμία και την τιμή, ένα πεδίο όπου τα ιδιωτικής ετικέτας προϊόντα υπερτερούν.
Η ιδιωτική ετικέτα δεν είναι πλέον συνώνυμο του φθηνού
Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα αφορά την ποιοτική αναβάθμιση που επιδιώκουν οι λιανέμποροι. Η ανάπτυξη δεν περιορίζεται πλέον στα entry-level προϊόντα. Τα σούπερ μάρκετ επενδύουν σε premium σειρές, σε γρηγορότερους κύκλους ανάπτυξης νέων προϊόντων και σε κατηγορίες με υψηλή ζήτηση όπως τα υψηλής πρωτεΐνης τρόφιμα, τα προϊόντα wellness και τα lifestyle ranges. Επίσης αξιοποιούν τα social media για να προσεγγίσουν νεότερους καταναλωτές που εμφανίζουν χαμηλότερη πιστότητα σε brands και μεγαλύτερη ευαισθησία στην τιμή.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα δεδομένα για τις προωθητικές ενέργειες. Το 34% των μονάδων branded προϊόντων πωλείται σε προσφορά, έναντι μόλις 14% για τα ιδιωτικής ετικέτας. Αυτή η ασυμμετρία αναδεικνύει την πίεση που ασκείται στα branded, τα οποία εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από εκπτώσεις για να διατηρήσουν όγκο πωλήσεων, χωρίς να χτίζουν μακροπρόθεσμη πιστότητα. Η Circana χαρακτηρίζει αυτή την προσέγγιση μη βιώσιμη.