Η Ελλάδα επιβάλλει τον δεύτερο υψηλότερο μέσο συντελεστή ΦΠΑ στο τυπικό καλάθι του σουπερμάρκετ ανάμεσα σε εννέα συγκρίσιμες ευρωπαϊκές αγορές. Με μέση φορολογική επιβάρυνση δεκαπέντε κόμμα επτά τοις εκατό στα βασικά καταναλωτικά αγαθά, η εγχώρια αγορά απέχει αισθητά από χώρες όπως η Ισπανία, όπου ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώνεται στο επτά τοις εκατό λόγω εκτεταμένων μειώσεων, σύμφωνα με έρευνα του ΙΕΛΚΑ. Η πλειονότητα των τροφίμων στην ελληνική επικράτεια παραμένει στον συντελεστή του δεκατρία τοις εκατό, την ώρα που στη δυτική και κεντρική Ευρώπη τα ίδια προϊόντα υπάγονται σε κατηγορίες με μηδενικό έως έξι τοις εκατό φόρο. Μόνο η Βουλγαρία ξεπερνά την ελληνική επιβάρυνση, διατηρώντας οριζόντιο συντελεστή είκοσι τοις εκατό.
Η υψηλή αυτή φορολόγηση αποκρύπτει την πραγματική τιμολογιακή πολιτική που ασκείται στα ελληνικά ράφια. Με την αφαίρεση του ΦΠΑ από τους υπολογισμούς, οι καθαρές τιμές των προϊόντων στην Ελλάδα εμφανίζονται πολύ χαμηλότερες από εκείνες των υπολοίπων κρατών. Ειδικότερα, οι προ φόρων τιμές στη Γαλλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γερμανία είναι υψηλότερες κατά τριάντα έξι, τριάντα επτά και τριάντα πέντε τοις εκατό αντίστοιχα. Στην Ισπανία η διαφορά διαμορφώνεται στο είκοσι ένα τοις εκατό, στην Ιταλία στο δεκαεννέα τοις εκατό, στη Ρουμανία στο είκοσι δύο τοις εκατό, στη Βουλγαρία στο έντεκα τοις εκατό και στην Πορτογαλία στο έξι τοις εκατό.
Ακόμη και με την προσθήκη του φόρου στην τελική απόδειξη, το συνολικό κόστος του καλαθιού στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερο σε σχέση με το εξωτερικό. Οι καταναλωτές στη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο πληρώνουν εικοσιεννέα έως εικοσιοκτώ τοις εκατό ακριβότερα τα ίδια αγαθά. Στη Ρουμανία η απόκλιση φτάνει το δεκαέξι τοις εκατό, στη Βουλγαρία το δεκαπέντε τοις εκατό, στην Ιταλία και την Ισπανία το δώδεκα τοις εκατό, ενώ στην Πορτογαλία περιορίζεται στο τρία τοις εκατό.
Η σύγκριση βασίστηκε σε δείγμα σαράντα κατηγοριών προϊόντων και έξι χιλιάδων τιμών από σαράντα οκτώ αλυσίδες σουπερμάρκετ. Τα στοιχεία της έρευνας αποτυπώνουν μια σταθερή απόκλιση τιμών που διατηρείται την τελευταία δωδεκαετία, με τις αποκλίσεις να επηρεάζονται παράλληλα από το κόστος ενέργειας, τα μεταφορικά, την εγχώρια παραγωγή και τα εργατικά κόστη κάθε χώρας.