Η υγρή ζέστη στις πόλεις έχει φτάσει σε επίπεδα που θέτουν υπό αμφισβήτηση τις ίδιες τις συστάσεις δημόσιας υγείας για υπαίθρια άσκηση και αναψυχή
Η υπαίθρια αναψυχή σε πάρκα, πεζόδρομους και πράσινους χώρους εντός πόλεων είναι εδώ και δεκαετίες συνδεδεμένη με σειρά τεκμηριωμένων οφελών για τη σωματική και ψυχική υγεία, από μείωση του στρες και βελτίωση της διάθεσης έως ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και μείωση του κινδύνου χρόνιων παθήσεων. Νέα ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε στο npj Urban Sustainability θέτει ωστόσο ένα ερώτημα που αποκτά επείγοντα χαρακτήρα: τι γίνεται όταν η ίδια η υπαίθρια έκθεση γίνεται επικίνδυνη λόγω υπερβολικής ζέστης και υγρασίας; Οι συγγραφείς εξέτασαν τις τρέχουσες γνώσεις για την υπαίθρια αναψυχή και το θερμικό στρες από υγρή ζέστη στις τροπικές πόλεις και διαπίστωσαν ότι η επιστημονική βάση είναι ανησυχητικά περιορισμένη. Από 5.245 μελέτες που εξετάστηκαν συστηματικά, μόλις πέντε πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης, κυρίως από Νοτιοανατολική Ασία και Βραζιλία. Αυτό σημαίνει ότι οι πόλεις λαμβάνουν αποφάσεις για αστικό σχεδιασμό, πράσινες υποδομές και συμβουλές δημόσιας υγείας με ελάχιστη εμπειρική βάση για το πώς η υγρή ζέστη αλλάζει πραγματικά τη συμπεριφορά στην ύπαιθρο.
Το κεντρικό δίλημμα που αναδεικνύει η ανασκόπηση είναι ένα παράδοξο που πολλές αρχές δημόσιας υγείας αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν ευθέως. Από τη μία, οι ίδιες αρχές συστήνουν τακτική υπαίθρια σωματική δραστηριότητα ως αναπόσπαστο κομμάτι υγιεινής ζωής. Από την άλλη, συστήνουν αποφυγή της θερμότητας και μείωση της υπαίθριας έκθεσης κατά τις ώρες αιχμής. Σε πολλές τροπικές πόλεις, αυτές οι δύο συστάσεις έρχονται σε ευθεία σύγκρουση για ολοένα μεγαλύτερα χρονικά παράθυρα της ημέρας. Η άνοδος των θερμοκρασιών λόγω κλιματικής αλλαγής, σε συνδυασμό με το φαινόμενο αστικής θερμικής νησίδας που εντείνεται με την πύκνωση των πόλεων, έχει δημιουργήσει συνθήκες υψηλής υγρής θερμότητας που σε ορισμένες περιπτώσεις πλησιάζουν ή υπερβαίνουν τα φυσιολογικά όρια ανοχής του ανθρώπινου σώματος. Η υγρή θερμότητα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη επειδή εμποδίζει την εξάτμιση ιδρώτα, τον κύριο μηχανισμό ψύξης του σώματος, καθιστώντας αδύνατη τη θερμορύθμιση ακόμα και σε σχετικά μέτριες θερμοκρασίες.
Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο
Η ανασκόπηση υπογραμμίζει ότι η ευαισθησία στη θερμότητα δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Έγκυες, βρέφη, ηλικιωμένοι και περιθωριοποιημένες κοινότητες με περιορισμένη πρόσβαση σε υποδομές και με κακά αεριζόμενα σπίτια αντιμετωπίζουν δυσανάλογα μεγαλύτερο κίνδυνο. Σε αστικά κέντρα της Ταϊλάνδης, υψηλές θερμοκρασίες και υγρασία συνδέθηκαν με αύξηση επισκέψεων σε κλινικές και με αυξημένη θνησιμότητα. Ο συνδυασμός κακής ποιότητας αέρα με υψηλή υγρασία και θερμοκρασία περαιτέρω ενισχύει τον κίνδυνο αστικής θνησιμότητας.
Τι μπορούν να κάνουν οι πόλεις
Η ανασκόπηση αντλεί παραδείγματα κυρίως από τη Σιγκαπούρη, η οποία έχει αναπτύξει το πρόγραμμα Cooling Singapore 2.0 και εθνικό σύστημα συμβουλών θερμικού στρες. Στον τομέα της αστικής πρασίνωσης, τα μεγάλα πράσινα χώρη έχουν το μεγαλύτερο δυναμικό ψύξης με επιδράσεις που εκτείνονται στις γύρω γειτονιές, ενώ η βλάστηση σε κτίρια και οι υδάτινες επιφάνειες μπορούν να μειώσουν τοπικές θερμοκρασίες. Στον τομέα της πληροφόρησης, οι συμβουλές θερμικής ασφάλειας χρειάζονται να ενσωματώνουν και δεδομένα ποιότητας αέρα, κάτι που δεν γίνεται σχεδόν πουθενά. Παράλληλα, η έκθεση σε διαχειρίσιμα επίπεδα θερμότητας, όπως σκιερός υπαίθριος χώρος ή πρωινός περίπατος, μπορεί να βοηθήσει τον οργανισμό να προσαρμοστεί σταδιακά, αλλά η ανασκόπηση τονίζει ότι αυτό δεν πρέπει να γενικευτεί σε ευάλωτες ομάδες ή σε εργασιακές συνθήκες. Στον τομέα του κοινωνικού σχεδιασμού, η ανασκόπηση επισημαίνει τον κίνδυνο της «πράσινης εξευγένισης», όπου η βελτίωση πράσινων υποδομών ανεβάζει τιμές ακινήτων και εκτοπίζει τις πιο ευάλωτες ομάδες που θα ωφελούνταν περισσότερο.