Επιστήμονες διαπίστωσαν ότι ακόμη και χαμηλές δόσεις ενός ευρέως χρησιμοποιούμενου εντομοκτόνου μπορούν να επηρεάσουν την αναπαραγωγική λειτουργία των βομβίνων
Οι βομβίνοι μπορεί να έχουν μήκος μόλις λίγα εκατοστά, όμως ο ρόλος τους στη γεωργία είναι δυσανάλογα μεγάλος. Μαζί με τις υπόλοιπες μέλισσες και τους επικονιαστές συμβάλλουν στην παραγωγή περίπου του ενός τρίτου των τροφίμων που καταναλώνονται παγκοσμίως. Την ίδια στιγμή, οι πληθυσμοί τους δέχονται ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις από την απώλεια ενδιαιτημάτων, την κλιματική αλλαγή και τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Μια νέα αμερικανική μελέτη έρχεται να προσθέσει νέα στοιχεία στη συζήτηση, δείχνοντας ότι ένα σύγχρονο εντομοκτόνο που χρησιμοποιείται ευρέως στις καλλιέργειες μπορεί να επηρεάζει κρίσιμους μηχανισμούς αναπαραγωγής των βομβίνων ακόμη και όταν η έκθεση γίνεται σε χαμηλές δόσεις.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκε το sulfoxaflor, ένα εντομοκτόνο που εισήχθη στην αγορά το 2013 και χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση εντόμων που τρέφονται από τους χυμούς των φυτών, όπως οι αφίδες. Το προϊόν έχει συμβάλει στη βελτίωση των αποδόσεων σε σημαντικές καλλιέργειες, μεταξύ των οποίων η σόγια και το καλαμπόκι. Ωστόσο, είναι ήδη γνωστό ότι παρουσιάζει τοξικότητα για τις μέλισσες, γεγονός που έχει οδηγήσει τους επιστήμονες να εξετάσουν με μεγαλύτερη προσοχή τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του στους επικονιαστές.
Οι αλλαγές που εντοπίστηκαν στα αναπαραγωγικά όργανα
Οι ερευνητές του Georgia Institute of Technology εξέθεσαν ομάδες εργατριών βομβίνων σε χαμηλές δόσεις sulfoxaflor και στη συνέχεια ανέλυσαν τις μεταβολές στη γονιδιακή τους δραστηριότητα. Για να καταγράψουν τις αλλαγές, κατέψυξαν άμεσα διάφορους ιστούς των εντόμων και εξέτασαν το RNA τους, παρακολουθώντας ποιες ομάδες γονιδίων ενεργοποιούνταν ή καταστέλλονταν μετά την έκθεση στο φυτοφάρμακο. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι μεγαλύτερες μεταβολές εμφανίστηκαν στους ωοθηκικούς ιστούς, δηλαδή στα όργανα που σχετίζονται με την αναπαραγωγή. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι αλλαγές αυτές ενδέχεται να επηρεάζουν την παραγωγή απογόνων και να περιορίζουν τη δυνατότητα των αποικιών να ανανεώνονται με φυσιολογικούς ρυθμούς. Αν το φαινόμενο επαναλαμβάνεται σε μεγάλους πληθυσμούς και για μεγάλα χρονικά διαστήματα, θα μπορούσε να συμβάλει στη σταδιακή μείωση των πληθυσμών των βομβίνων. Χρησιμοποιώντας υπολογιστικά μοντέλα, η ερευνητική ομάδα κατάφερε να εντοπίσει ποια βιολογικά συστήματα επηρεάζονταν περισσότερο από την έκθεση στο εντομοκτόνο. Σύμφωνα με τον καθηγητή Michael Goodisman, ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της μελέτης είναι ότι συνδέει τις μοριακές αλλαγές που παρατηρούνται στα γονίδια με πραγματικές επιπτώσεις στη βιολογία των μελισσών και στη λειτουργία των αποικιών τους, κάτι που σπανίζει στις σχετικές έρευνες.
Η δύσκολη ισορροπία μεταξύ γεωργίας και προστασίας των επικονιαστών
Η μελέτη αναδεικνύει ένα από τα μεγαλύτερα διλήμματα της σύγχρονης γεωργίας. Τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα παραμένουν απαραίτητα για τον έλεγχο πολλών επιβλαβών οργανισμών που μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές απώλειες στην παραγωγή. Την ίδια στιγμή όμως, ορισμένα από αυτά τα προϊόντα ενδέχεται να επηρεάζουν οργανισμούς που είναι εξίσου κρίσιμοι για την αγροτική παραγωγή, όπως οι μέλισσες και οι βομβίνοι. Η επικεφαλής της έρευνας Sarah Orr επισημαίνει ότι ο στόχος δεν είναι η κατάργηση των μέσων φυτοπροστασίας, αλλά η ανάπτυξη πρακτικών λύσεων που θα επιτρέπουν τον αποτελεσματικό έλεγχο των εχθρών των καλλιεργειών χωρίς να απειλούνται οι ωφέλιμοι οργανισμοί. Όπως τονίζει, η μείωση της αναπαραγωγικής επιτυχίας των βομβίνων μπορεί να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε λιγότερους επικονιαστές και κατά συνέπεια σε χαμηλότερα επίπεδα επικονίασης. Οι επιστήμονες υπενθυμίζουν ότι τα φυτοφάρμακα δεν αποτελούν τη μοναδική απειλή για τους βομβίνους. Οι ακραίες θερμοκρασίες, τα κύματα καύσωνα, η απώλεια φυσικών οικοτόπων και οι αλλαγές στη χρήση γης επιβαρύνουν επίσης τους πληθυσμούς τους. Ωστόσο, η καλύτερη κατανόηση των επιπτώσεων συγκεκριμένων χημικών ουσιών μπορεί να βοηθήσει στη διαμόρφωση γεωργικών πρακτικών που θα προστατεύουν τόσο τις καλλιέργειες όσο και τους επικονιαστές από τους οποίους εξαρτάται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Georgia Institute of Technology και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Ecotoxicology and Environmental Safety.