Έρευνα σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Ολλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο δείχνει μεγάλα κενά στην ενημέρωση και στην εφαρμογή των νέων οδηγιών για την διαχείριση της παχυσαρκίας στους ενήλικες
Η παχυσαρκία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις δημόσιας υγείας στην Ευρώπη, με περισσότερους από τους μισούς ενήλικες να ζουν σήμερα με υπερβολικό βάρος ή παχυσαρκία. Η νόσος συνδέεται με διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακά νοσήματα, κάποιες μορφές καρκίνου αλλά και ψυχικές διαταραχές, προκαλώντας τεράστια πίεση στα εθνικά συστήματα υγείας και κοινωνικές δομές.
Για να ενισχυθεί η αντιμετώπιση, η Ευρωπαϊκή Ένωση για τη Μελέτη της Παχυσαρκίας (EASO) και η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Διαιτολόγων (EFAD) εξέδωσαν πρόσφατα αναλυτικές οδηγίες για τη διαιτητική διαχείριση της παχυσαρκίας στους ενήλικες. Οι οδηγίες αυτές δίνουν έμφαση σε εξατομικευμένες παρεμβάσεις, σε πρότυπα διατροφής που προάγουν την υγεία (π.χ. DASH, portfolio δίαιτα), στη χρήση νέων στρατηγικών όπως τα μερικά υποκατάστατα γευμάτων ή η διαλειμματική νηστεία, αλλά και στη μη επικέντρωση αποκλειστικά στην απώλεια κιλών, αλλά στη συνολική ευεξία και ποιότητα ζωής.
Ωστόσο, νέα μελέτη σε τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες (Ελλάδα, Ιρλανδία, Ολλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο) δείχνει ότι η πραγματικότητα στην κλινική πράξη απέχει αρκετά:
- Πάνω από 40% των διαιτολόγων/διατροφολόγων δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν καν τις οδηγίες.
- Μόνο το 20% ανέφερε ότι τις έχει διαβάσει ολόκληρες.
- Η ενημέρωση ήταν καλύτερη σε επαγγελματίες με υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης και περισσότερη εμπειρία στην παχυσαρκία.
Εμπόδια και αντιφάσεις στην πράξη
Λιγότεροι από τους μισούς επαγγελματίες υγείας δήλωσαν ότι εφαρμόζουν συστηματικά συστάσεις όπως η εξατομικευμένη διατροφική θεραπεία ή οι εντατικές συμπεριφορικές παρεμβάσεις, που θεωρούνται διεθνώς απαραίτητα εργαλεία. Οι πιο καινοτόμες στρατηγικές – όπως η διαλειμματική νηστεία, οι δίαιτες τύπου DASH ή τα υποκατάστατα γευμάτων – σχεδόν δεν χρησιμοποιούνται.
Ενδεικτικά, μόλις 1 στους 5 ανέφερε ότι εφαρμόζει ιατρική διατροφική θεραπεία με στόχο τη βελτίωση δεικτών υγείας σε ενήλικες με παχυσαρκία, ενώ κάτι παραπάνω από το 20% ανέφερε ότι αξιοποιεί εντατικά προγράμματα συμπεριφορικής παρέμβασης.
Επιπλέον, σε κάποιες χώρες – όπως η Ιρλανδία – οι επαγγελματίες εξέφρασαν ενστάσεις για την έμφαση των οδηγιών στο «βάρος» ως βασικό στόχο, καθώς θεωρούν ότι η φροντίδα πρέπει να επικεντρώνεται περισσότερο στη συνολική υγεία και στη βελτίωση της σχέσης με το φαγητό.
Τα βασικά εμπόδια που εντοπίστηκαν:
- Οι οδηγίες είναι διαθέσιμες μόνο στα αγγλικά, γεγονός που δυσκολεύει την εφαρμογή τους σε εθνικό επίπεδο.
- Έλλειψη προσωπικού και υποδομών για διεπιστημονική συνεργασία.
- Ανισοκατανομή και ελλιπής εκπαίδευση επαγγελματιών υγείας.
- Ταχεία εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης για την παχυσαρκία, που αφήνει συχνά πίσω την κλινική πράξη.
Τι προτείνεται για το μέλλον
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι απαιτείται συστηματική στρατηγική διάχυσης των οδηγιών σε όλες τις γλώσσες της ΕΕ, μέσω επιστημονικών συνεδρίων, διαδικτυακών σεμιναρίων και ψηφιακών εργαλείων, ενσωμάτωσης στο πρόγραμμα σπουδών διαιτολόγων, γιατρών και άλλων επαγγελματιών υγείας και συνεργασίας με τα εθνικά υπουργεία Υγείας ώστε οι οδηγίες να προσαρμόζονται και να ενσωματώνονται στις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές.
Παράλληλα, οι ερευνητές τονίζουν ότι η βιομηχανία τροφίμων πρέπει να στηρίξει τις οδηγίες, αναπτύσσοντας προϊόντα με υψηλή θρεπτική αξία και χαμηλή θερμιδική πυκνότητα, ώστε οι καταναλωτές να έχουν πραγματικές επιλογές στην καθημερινότητά τους.
Συμπέρασμα
Η μελέτη αποκαλύπτει ένα σημαντικό χάσμα: οι κατευθυντήριες γραμμές υπάρχουν, αλλά δεν έχουν ακόμη «περάσει» ουσιαστικά στην πράξη. Για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η παχυσαρκία στην Ευρώπη – και στην Ελλάδα – χρειάζεται οι οδηγίες να γίνουν πιο προσβάσιμες, πιο πρακτικές και πιο προσαρμοσμένες στις πραγματικές ανάγκες των ασθενών και των επαγγελματιών υγείας.
Για να διαβάσετε ολόκληρη τη μελέτη πατήστε ΕΔΩ

