Πειραματική μελέτη δείχνει ότι δημοσιεύματα με μεγάλα νούμερα και αναφορές συμπτωμάτων τροφικής δηλητηρίασης αρκούν για να πείσουν πολλούς αναγνώστες ότι έχουν αρρωστήσει, ακόμη και χωρίς επιβεβαιωμένη τροφιμογενή επιδημία
Μία νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Journal of Food Protection, δείχνει πως αρκεί ένα καλά «στημένο» δημοσίευμα για να οδηγήσει χιλιάδες ανθρώπους στο να πιστέψουν ότι αρρώστησαν από τροφιμογενή ασθένεια, ακόμη κι αν δεν υπάρχει επιβεβαιωμένη επιδημία. Με τη χρήση πειραματικών σεναρίων, οι ερευνητές εξέτασαν πώς ο τρόπος παρουσίασης μιας είδησης επηρεάζει το κοινό, την ώρα που τα δεδομένα χρηστών στο διαδίκτυο αποκτούν όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα στη δημόσια υγεία.
Το πείραμα pεριλεάμβανε πάνω από χίλιους συμμετέχοντες. Οι εθελοντές κλήθηκαν να διαβάσουν φανταστικά δημοσιεύματα για πιθανές τροφιμογενείς επιδημίες. Κάθε δημοσίευμα διαφοροποιούνταν σε τέσσερα σημεία: πόσοι άνθρωποι φέρονταν ως άρρωστοι, αν αναφέρονταν συγκεκριμένα συμπτώματα, αν υπήρχε εμπλοκή της κρατικής Αρχής Ασφάλειας Τροφίμων και αν υπήρχε προτροπή προς το κοινό να αναφέρει συμπτώματα.
Τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά. Οι περισσότεροι είχαν την τάση να αυτοαναγνωρίζονται ως άρρωστοι όταν οι τίτλοι περιλάμβαναν μεγάλους αριθμούς πιθανών κρουσμάτων ή όταν αναφέρονταν συμπτώματα όπως ναυτία, εμετός και διάρροια. Η διαφορά ήταν εντυπωσιακή: όταν ο τίτλος ανέφερε 8.500 άτομα ως άρρωστα, η πιθανότητα κάποιος να πιστέψει ότι έχει και ο ίδιος νοσήσει υπερδιπλασιαζόταν.
Η παρουσία της δημόσιας Αρχής στο δημοσίευμα είχε επίδραση, αλλά μικρότερη. Το ίδιο και η προτροπή προς το κοινό να δηλώσει τα συμπτώματά του. Παρ’ όλα αυτά, και οι δύο παράγοντες ενίσχυαν την τάση αυτοαναγνώρισης. Στα διαγράμματα της μελέτης, φαίνεται καθαρά πως ο αριθμός των «ασθενών» και η αναφορά συμπτωμάτων είναι οι παράγοντες με τη μεγαλύτερη βαρύτητα.
Η έρευνα αξιοποιεί επίσης ένα προηγούμενο πραγματικό περιστατικό: μια υπόθεση με δημητριακά ξηρού πρωινού που «παρουσιάστηκε» ως μεγάλη επιδημία το 2022, χωρίς ποτέ να επιβεβαιωθεί. Η υπόθεση διογκώθηκε από πλατφόρμες αναφορών χρηστών και από τα μέσα ενημέρωσης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εντύπωση μαζικής τροφικής δηλητηρίασης που δεν αποδείχθηκε.
Οι ερευνητές δεν εξετάζουν το κατά πόσο οι αντιδράσεις αυτές είναι δικαιολογημένες, αλλά καταγράφουν πώς οι πληροφορίες ενός δημοσιεύματος επηρεάζουν την κρίση του κοινού. Όπως προκύπτει από τα στατιστικά δεδομένα, όσο πιο μεγάλος ο αριθμός και όσο πιο συγκεκριμένα τα συμπτώματα, τόσο πιο εύκολα ο αναγνώστης θεωρεί ότι ανήκει στους «ασθενείς».
Συμπερασματικά η δημοσιοποίηση μη επιβεβαιωμένων στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε μαζική αυτοαναφορά συμπτωμάτων, επηρεάζοντας την εικόνα μιας πιθανής επιδημίας πριν υπάρξει οποιαδήποτε επιβεβαίωση. Η μελέτη υπογραμμίζει ότι τα νέα ψηφιακά εργαλεία έχουν αξία, αλλά η χρήση τους απαιτεί προσεκτική διαχείριση, ιδιαίτερα όταν μπορεί να δημιουργήσουν θόρυβο αντί για πραγματικά σήματα κινδύνου.
