Νέα μελέτη αναλύει ποιοι όμιλοι και ποια χρηματοοικονομικά συμφέροντα ελέγχουν τη βιομηχανική παραγωγή κοτόπουλου παγκοσμίως
Η παγκόσμια βιομηχανία κοτόπουλου ελέγχεται από ελάχιστες εταιρείες και χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από διεθνή κεφάλαια, με αποτέλεσμα η παραγωγή να είναι εξαιρετικά συγκεντρωμένη και πλήρως βιομηχανοποιημένη, ανεξάρτητα από χώρα ή ιδιοκτησιακό μοντέλο. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της
νέας έρευνας «Who Owns Chickens? Corporate Control and Industrial Broiler Production in the Global South», που εκπονήθηκε από τους Ambarish Karamchedu του King’s College London και Ben Coles του University of Leicester και δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2025 ως guidance memo για το Tiny Beam Fund 45034.
Η μελέτη εξετάζει ποιοι παράγουν και ποιοι ελέγχουν την παραγωγή κοτόπουλου παγκοσμίως, με εστίαση σε τέσσερις χώρες του Παγκόσμιου Νότου: τη Βραζιλία, το Μεξικό, την Ινδία και την Κίνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το κοτόπουλο είναι το πιο καταναλισκόμενο κρέας στον κόσμο και η παραγωγή του έχει εκτοξευθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Το 2023 σφαγιάστηκαν παγκοσμίως περίπου 76 δισεκατομμύρια κοτόπουλα, αριθμός έντεκα φορές μεγαλύτερος από εκείνον του 1963. Η αύξηση αυτή συνδέεται άμεσα με την επικράτηση ενός τυποποιημένου βιομηχανικού μοντέλου εκτροφής, του λεγόμενου broiler, που βασίζεται στη μέγιστη δυνατή αποδοτικότητα μετατροπής ζωοτροφών σε κρέας.
Η ανάλυση δείχνει ότι μόλις 376 εταιρείες ευθύνονται για το 75% της παγκόσμιας παραγωγής κοτόπουλου. Από αυτές, 91 εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις τέσσερις χώρες της μελέτης παράγουν το 36% του συνόλου, εξυπηρετώντας αγορές που αντιστοιχούν σε περίπου τέσσερα δισεκατομμύρια ανθρώπους. Η συγκέντρωση αυτή δεν αφορά μόνο την παραγωγή αλλά και την ιδιοκτησία, καθώς οι ίδιες χρηματοοικονομικές οντότητες εμφανίζονται επανειλημμένα ως βασικοί μέτοχοι στους μεγαλύτερους ομίλους. Βέβαια αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα εισάγει κοτόπουλο, κυρίως από άλλες χώρες της ΕΕ, αν και παραμένει σε μεγάλο βαθμό αυτάρκης, καλύπτοντας περίπου το 90–95% της κατανάλωσης από εγχώρια παραγωγή.
Στη Βραζιλία, η παραγωγή κοτόπουλου κυριαρχείται από λίγες εταιρείες, με την JBS να κατέχει δεσπόζουσα θέση, ελέγχοντας περίπου το 65% της εταιρικής παραγωγής. Παρότι η JBS παραμένει υπό τον έλεγχο της οικογένειας Batista, σημαντικά ποσοστά ανήκουν σε θεσμικούς επενδυτές, όπως η κρατική αναπτυξιακή τράπεζα της Βραζιλίας και μεγάλοι αμερικανικοί διαχειριστές κεφαλαίων. Παρόμοια εικόνα παρουσιάζει και η BRF, δεύτερος μεγαλύτερος παίκτης της αγοράς, με μετοχική σύνθεση που περιλαμβάνει διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και κρατικά ταμεία άλλων χωρών.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πόσες φορές μπορούμε να ξαναζεστάνουμε το ίδιο νερό στον βραστήρα;
Στο Μεξικό, η αγορά λειτουργεί ουσιαστικά ως δυοπώλιο. Η Industrias Bachoco και η Pilgrim’s de Mexico παράγουν περίπου το μισό κοτόπουλο της χώρας. Η δεύτερη αποτελεί θυγατρική της αμερικανικής Pilgrim’s Pride, η οποία ελέγχεται από τη βραζιλιάνικη JBS, αναδεικνύοντας τον διασυνοριακό χαρακτήρα της εταιρικής συγκέντρωσης. Η μελέτη καταγράφει πώς η ιδιοκτησία μετακινείται μεταξύ λίγων παγκόσμιων ομίλων, αποκλείοντας νέους παίκτες από την αγορά.
Στην Ινδία, αν και κυριαρχούν ιδιωτικές οικογενειακές επιχειρήσεις, η διεθνής χρηματοδότηση παίζει καθοριστικό ρόλο. Η Suguna, ο μεγαλύτερος παραγωγός, έχει επωφεληθεί από επενδύσεις της International Finance Corporation της Παγκόσμιας Τράπεζας, ενώ η είσοδος της LDC India συνδέει άμεσα την ινδική παραγωγή με έναν από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους εμπόρους αγροτικών εμπορευμάτων.
Η Κίνα παρουσιάζει πιο σύνθετη εικόνα, με μείγμα κρατικά επηρεαζόμενων, εισηγμένων και ιδιωτικών εταιρειών. Παρά τη μεγαλύτερη διασπορά, η παρουσία αμερικανικών πολυεθνικών όπως η Cargill και η OSI παραμένει ισχυρή, επιβεβαιώνοντας ότι και εκεί η παραγωγή εντάσσεται στο ίδιο βιομηχανικό πρότυπο.
Η μελέτη βασίζεται σε δεδομένα της WATTPoultry International για την περίοδο 2018–2024 και τα συνδυάζει με εθνικά στατιστικά στοιχεία και πληροφορίες για τη μετοχική σύνθεση των εταιρειών. Το αποτέλεσμα είναι μια λεπτομερής χαρτογράφηση της εταιρικής και χρηματοοικονομικής δομής πίσω από το πιο διαδεδομένο κρέας στον πλανήτη, αποκαλύπτοντας ότι, παρά τις τοπικές ιδιαιτερότητες, η παγκόσμια παραγωγή κοτόπουλου λειτουργεί ως ένα ενιαίο, συγκεντρωμένο και πλήρως βιομηχανοποιημένο σύστημα.
Οι ερευνητές σε άρθρο τους στο The conversation τονίζουν πως η βιομηχανική παραγωγή κοτόπουλου δείχνει καθαρά πώς η παγκόσμια χρηματοδότηση και η εταιρική ισχύς μετατρέπουν ένα βασικό αγαθό όπως η τροφή σε μηχανισμό κέρδους, ανεξάρτητα από το κόστος για τα ζώα, τους ανθρώπους και το περιβάλλον, όμως η ίδια αυτή συγκέντρωση καθιστά το σύστημα και ευάλωτο, καθώς ο έλεγχος βρίσκεται σε λίγες εταιρείες και επενδυτές.
Αν επιδιώκεται ένα σύστημα τροφίμων που να βασίζεται στη δικαιοσύνη, τη βιωσιμότητα και τη συμπόνια, ο έλεγχος πρέπει να αφαιρεθεί από όσους σήμερα υπαγορεύουν τους όρους, μέσω πίεσης από μετόχους για υψηλότερα πρότυπα ευημερίας και περιβάλλοντος, από ερευνητική δημοσιογραφία και νομικές παρεμβάσεις που αποκαλύπτουν εταιρικές πρακτικές, από αυστηρότερη ρύθμιση της βιομηχανίας τροφίμων και από αλλαγές στην κατανάλωση.
Η οριστική εξάλειψη της ταλαιπωρίας των κοτόπουλων προϋποθέτει την κατάργηση της βιομηχανικής κτηνοτροφίας, κάτι που δεν θα γίνει άμεσα αλλά μπορεί να προκύψει μέσω μιας σταδιακής, διαχειριζόμενης μετάβασης, αντίστοιχης με εκείνη από τα ορυκτά καύσιμα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Πιο ρεαλιστικά, αυτό σημαίνει μείωση της παραγωγής και κατανάλωσης κοτόπουλου, ταυτόχρονη ανάπτυξη εναλλακτικών λύσεων όπως το καλλιεργημένο κρέας, περιορισμό των επιδοτήσεων προς τον βιομηχανικό τομέα και επενδύσεις σε νέες δραστηριότητες και στην επανεκπαίδευση αγροτών και εργαζομένων της βιομηχανίας κρέατος. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν θετική για τα ζώα, λένε οι ερευνητές αλλά θα απαιτούσε από τους ανθρώπους να αναθεωρήσουν ριζικά τις διατροφικές τους συνήθειες και να αποδεχτούν ότι θα υπάρχει λιγότερο κοτόπουλο διαθέσιμο, σε ένα πλαίσιο όπου το κοτόπουλο στο πιάτο αποτελεί το τελικό αποτέλεσμα μιας παγκόσμιας αλυσίδας αποφάσεων που αποκαλύπτει ποιος ασκεί πραγματικά την εξουσία και θέτει το ερώτημα αν αυτές οι αποφάσεις θα συνεχίσουν να λαμβάνονται από μεγάλες εταιρείες ή από την κοινωνία συνολικά.