Η JBS στο επίκεντρο της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur
Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Mercosur, η οποία υπεγράφη τον Δεκέμβριο του 2024 έπειτα από δύο δεκαετίες διαπραγματεύσεων, δημιουργεί νέες ισορροπίες στις διεθνείς αγορές τροφίμων. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η μεγαλύτερη εταιρεία κρέατος στον κόσμο, η JBS, η οποία σύμφωνα με νέα ανάλυση της ολλανδικής ερευνητικής πλατφόρμας Profundo, θα μπορούσε να αποκομίσει επιπλέον κέρδη ύψους 1,7 δισεκατομμυρίων ευρώ μέχρι το 2040, χάρη στους ευνοϊκούς όρους της συμφωνίας.
Η συμφωνία προβλέπει τη σταδιακή εφαρμογή δασμολογικών ποσοστώσεων, με 99.000 μετρικούς τόνους βοείου κρέατος να εισάγονται στην ΕΕ με μειωμένο δασμό 7,5% και 180.000 μετρικούς τόνους πουλερικών να εισάγονται αδασμολόγητα. Για τη JBS, που ήδη προμήθευσε περίπου 46.000 τόνους βοείου κρέατος και 200.000 τόνους πουλερικών στην ΕΕ το 2023, η συμφωνία αντιπροσωπεύει μια στρατηγική ευκαιρία επέκτασης.
Ωστόσο, η JBS έχει συνδεθεί επανειλημμένα με περιπτώσεις αποψίλωσης των δασών, ιδιαίτερα στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου. Περιβαλλοντικές οργανώσεις όπως η Greenpeace προειδοποιούν ότι η συμφωνία ΕΕ-Mercosur ενδέχεται να υπονομεύσει τον Κανονισμό της ΕΕ για την Αποψίλωση (EUDR), καθώς οι προβλεπόμενοι έλεγχοι συμμόρφωσης κρίνονται ανεπαρκείς ή απλώς ανύπαρκτοι.
Η υπεύθυνη εμπορικής πολιτικής της Greenpeace στην ΕΕ, Lis Cunha, επισημαίνει ότι η συμφωνία όχι μόνο δεν ενσωματώνει ρήτρες ελέγχου για την προστασία των δασών, αλλά πρόσφατα προστέθηκαν και διατάξεις που επιτρέπουν στα κράτη της Mercosur να υποβάλουν καταγγελίες κατά του κανονισμού, διεκδικώντας οικονομικές αποζημιώσεις. Παράλληλα, κατηγορεί τις εταιρείες για συστηματικό «πράσινο ξέπλυμα» (greenwashing), πίσω από το οποίο αποκρύπτονται πρακτικές με σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Το ζήτημα έχει προκαλέσει αναταράξεις και εντός ΕΕ. Αγρότες σε χώρες όπως η Γαλλία, η Πολωνία και το Βέλγιο εκφράζουν σθεναρή αντίθεση, φοβούμενοι αθέμιτο ανταγωνισμό και αποδυνάμωση του εισοδήματός τους. Σύμφωνα με τον αναλυτή της Profundo, Gerard Rijk, τα κέρδη της JBS και άλλων μεγάλων εξαγωγικών εταιρειών ισοδυναμούν με απώλειες για τους παραγωγούς της ΕΕ, ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος που αφήνει εκτός τους μικροκαλλιεργητές και τις τοπικές κοινότητες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Πέρα από τον οικονομικό αντίκτυπο, ενώ η ΕΕ θεσπίζει κανόνες για βιώσιμη γεωργία και περιορισμό των εκπομπών, η παροχή ευνοϊκής πρόσβασης σε εταιρείες με αμφισβητούμενα περιβαλλοντικά ιστορικά φαίνεται να αντιβαίνει στους ίδιους τους στόχους της Ένωσης. Όπως σημειώνει ο Rijk, «η συμφωνία δίνει πρόσβαση σε εταιρείες που βρίσκονται στο επίκεντρο της διεθνούς κριτικής, ενώ οι Ευρωπαίοι αγρότες καλούνται να προσαρμοστούν σε αυστηρότερους κανονισμούς». Η τελική επικύρωση της συμφωνίας αναμένεται έως τα μέσα του 2025 και απαιτεί την έγκριση όλων των κρατών-μελών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Μέχρι τότε, η δημόσια πίεση από περιβαλλοντικές οργανώσεις και αγροτικά συνδικάτα ενδέχεται να εντείνει τις απαιτήσεις για αυστηρότερους όρους συμμόρφωσης και ουσιαστικές εγγυήσεις.
https://www.foodingredientsfirst.com/news/eu-mercosur-jbs-deforestation-profit.html