Νέα έρευνα του Πανεπιστημίου της Πίζας που ανέλυσε πάνω από 326.000 τιμές σε 107 επαρχίες
Η μεσογειακή διατροφή θεωρείται ευρέως ένα από τα πιο υγιεινά διατροφικά πρότυπα στον κόσμο, αναγνωρισμένη από την UNESCO ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά και επιστημονικά τεκμηριωμένη για τα οφέλη της στην καρδιαγγειακή υγεία, τη μακροζωία και την πρόληψη χρόνιων παθήσεων. Παράδοξα, η πρόσβαση σε αυτήν δεν είναι ούτε οικονομικά ούτε γεωγραφικά ισότιμη, ακόμα και στις χώρες όπου γεννήθηκε. Νέα μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου της Πίζας, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Quality & Quantity, ποσοτικοποιεί για πρώτη φορά με λεπτομέρεια το κόστος μιας υγιεινής και βιώσιμης διατροφής στην Ιταλία, αναλύοντας πάνω από 326.000 καταγραφές τιμών για 167 τρόφιμα σε 107 ιταλικές επαρχίες κατά την περίοδο Αυγούστου 2021 έως Μαρτίου 2024.
Τα ευρήματα της έρευνας δεν αφορούν μόνο την Ιταλία. Η Ελλάδα, ως χώρα με βαθιές μεσογειακές διατροφικές παραδόσεις αλλά και με ένα από τα υψηλότερα ποσοστά διατροφικής ανισότητας στην Ευρώπη, αντιμετωπίζει παρόμοιες προκλήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, σημαντικό τμήμα του ελληνικού πληθυσμού αδυνατεί να αντεπεξέλθει στο κόστος μιας διατροφικά επαρκούς δίαιτας, ενώ οι γεωγραφικές ανισότητες μεταξύ αστικών κέντρων και νησιωτικής ή ορεινής περιφέρειας είναι εξίσου έντονες.
Πόσο κοστίζει η υγιεινή διατροφή ανά ηλικιακή ομάδα
Η ιταλική μελέτη εξέτασε πέντε ομάδες πληθυσμού με διαφορετικές διατροφικές ανάγκες και διαπίστωσε σημαντικές διαφορές στο κόστος που επιβεβαιώνουν ότι η ηλικία και το φύλο επηρεάζουν άμεσα τον προϋπολογισμό που απαιτείται για υγιεινή διατροφή.
Για τους ενήλικους άνδρες, που έχουν τις υψηλότερες θερμιδικές ανάγκες, το κόστος ξεπερνά σταθερά τα 200 ευρώ τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες, ενώ κατεβαίνει στα 150-160 ευρώ τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς. Η αύξηση στο τριετές διάστημα της μελέτης ήταν της τάξης του 20%, αντικατοπτρίζοντας τη γενικότερη επισιτιστική πληθώρα που έπληξε τις ευρωπαϊκές αγορές. Για τις ενήλικες γυναίκες, το κόστος κυμαίνεται από 130 ευρώ τους ψυχρούς μήνες έως 208 ευρώ τους θερμούς, με αύξηση κοντά στο 19-20% για την ίδια περίοδο. Για τους ηλικιωμένους, το πανέρι τοποθετείται σε ενδιάμεση ζώνη, φτάνοντας τα 160-170 ευρώ τους θερμούς μήνες και τα 120 ευρώ τους ψυχρούς, με παρόμοια ποσοστά αύξησης. Για τους εφήβους, το κόστος κυμαίνεται από 65 ευρώ τους ψυχρούς μήνες έως 131 ευρώ τους θερμούς, με αύξηση ελαφρώς πάνω από 20%. Για τα μικρά παιδιά ισχύει η μοναδική εξαίρεση: το κόστος είναι υψηλότερο τους χειμερινούς μήνες (έως 79 ευρώ) παρά τους καλοκαιρινούς (έως 62 ευρώ), υποδηλώνοντας ότι οι ειδικές διατροφικές ανάγκες αυτής της ηλικιακής ομάδας επηρεάζουν με διαφορετικό τρόπο τη σύνθεση και την τιμή του πανεριού. Σε όλες τις ομάδες, το κόστος αυξήθηκε κατά 20-25% κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης τριετίας.
Γιατί η υγιεινή διατροφή κοστίζει περισσότερο το καλοκαίρι
Ένα από τα πιο αντιδιαισθητικά ευρήματα της μελέτης είναι ότι η μεσογειακή διατροφή κοστίζει περισσότερο την άνοιξη και το καλοκαίρι, ενώ τους χειμερινούς μήνες είναι φθηνότερη για σχεδόν όλες τις ηλικιακές ομάδες. Αυτό φαινομενικά αντιφάσκει με την ιδέα ότι η εποχικότητα ευνοεί τα φρέσκα τρόφιμα. Τα φρούτα και τα λαχανικά που απαιτεί η μεσογειακή διατροφή τους θερμούς μήνες είναι συχνά προϊόντα υψηλής αξίας ή ζήτησης, και οι τιμές τους ανεβαίνουν παρά την αφθονία. Στην Ελλάδα, το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται ιδίως στα νησιά και τις τουριστικές περιοχές, όπου η αυξημένη ζήτηση από τον τουρισμό κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ωθεί τις τιμές των βασικών τροφίμων σε επίπεδα δυσανάλογα με τα εισοδήματα των μόνιμων κατοίκων.
Τα μέσα και μέγιστα επίπεδα τιμών είναι υψηλότερα στις επαρχίες του Βορρά, κάτι που αντανακλά το γενικά υψηλότερο κόστος ζωής. Όμως τα ελάχιστα επίπεδα τιμών, δηλαδή η φθηνότερη δυνατή τιμή για την απόκτηση ενός υγιεινού πανεριού, είναι συχνά υψηλότερα στον Νότο. Αυτό σημαίνει ότι οι κάτοικοι του Νότου με χαμηλό εισόδημα αντιμετωπίζουν σχετικά μεγαλύτερο εμπόδιο για να ακολουθήσουν μια υγιεινή διατροφή, ακόμα και αν οι μέσες τιμές φαίνονται χαμηλότερες. Ο επικεφαλής ερευνητής Stefano Marchetti αποδίδει αυτή την ανισότητα εν μέρει στη μικρότερη παρουσία της μεγάλης λιανεμπορικής αλυσίδας σε ορισμένες περιοχές του Νότου, όπου η έλλειψη ανταγωνισμού και οικονομιών κλίμακας επηρεάζει τις χαμηλότερες τιμές που είναι διαθέσιμες. Η παράλληλη για την Ελλάδα εικόνα είναι ευδιάκριτη. Νησιά και απομακρυσμένες περιοχές με ελλιπή εμπορική υποδομή, υψηλό κόστος μεταφοράς και απουσία μεγάλων αλυσίδων λιανεμπορίου αντιμετωπίζουν δομικά υψηλότερα ελάχιστα κόστη για την απόκτηση βασικών τροφίμων, παρά την εντύπωση ότι ο Νότος είναι πάντα φθηνότερος.