Η επιλογή μιας διατροφής που βασίζεται περισσότερο σε όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης, λαχανικά, ξηρούς καρπούς και σπόρους, με ταυτόχρονα περιορισμένη κατανάλωση ζωικών προϊόντων, δεν φαίνεται να συνδέεται μόνο με τις διατροφικές αντιλήψεις ενός ανθρώπου. Νέα ιταλική μελέτη εξετάζει κατά πόσο ο τρόπος με τον οποίο ένα άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, αλλά και το αν προτιμά να λειτουργεί περισσότερο τις πρωινές ή τις βραδινές ώρες, σχετίζονται με την πιθανότητα να ακολουθεί ένα τέτοιο διατροφικό πρότυπο. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 738 ενήλικες που ζουν στην Ιταλία και δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Nutrition. Οι ερευνητές δεν εξέτασαν αποκλειστικά αν κάποιος ήταν χορτοφάγος ή vegan. Ως «οικολογικά βιώσιμη» διατροφή ορίστηκε ένα ευρύτερο, περισσότερο φυτοκεντρικό πρότυπο, στο οποίο τα όσπρια, τα δημητριακά ολικής άλεσης, τα λαχανικά, οι σπόροι και οι ξηροί καρποί καταναλώνονται τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα ή καθημερινά, ενώ το γάλα, τα τυριά, το κόκκινο και επεξεργασμένο κρέας, τα πουλερικά, τα αυγά, τα ψάρια και τα θαλασσινά καταναλώνονται σπάνια. Στην ίδια κατηγορία εντάχθηκαν και οι χορτοφαγικές και vegan διατροφές.
Ποιοι είχαν περισσότερες πιθανότητες να ακολουθούν τη συγκεκριμένη διατροφή
Από τους 738 συμμετέχοντες, 592 άτομα, ποσοστό 80,22%, δεν πληρούσαν τα κριτήρια της συγκεκριμένης διατροφής, ενώ 146 άτομα, ποσοστό 19,78%, κατατάχθηκαν στην ομάδα της οικολογικά βιώσιμης διατροφής. Οι ερευνητές στη συνέχεια χρησιμοποίησαν στατιστικό μοντέλο που έλαβε υπόψη την ηλικία, το φύλο και τον δείκτη μάζας σώματος, ώστε να εξετάσουν αν τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας και ο χρονότυπος συνδέονταν ανεξάρτητα με την επιλογή της διατροφής. Ένα από τα πιο έντονα ευρήματα αφορούσε την ανοιχτότητα στην εμπειρία, ένα από τα χαρακτηριστικά του μοντέλου προσωπικότητας HEXACO. Όσο υψηλότερη ήταν η συγκεκριμένη διάσταση, τόσο μεγαλύτερη ήταν η πιθανότητα υιοθέτησης της φυτοκεντρικής διατροφής. Η στατιστική ανάλυση έδειξε αναλογία πιθανοτήτων 1,60, που αντιστοιχεί σε περίπου 60% υψηλότερες πιθανότητες για κάθε μονάδα αύξησης στη συγκεκριμένη κλίμακα. Η ανοιχτότητα συνδέεται γενικότερα με μεγαλύτερη προθυμία απέναντι σε νέες εμπειρίες και διαφορετικούς τρόπους συμπεριφοράς, στοιχείο που οι ερευνητές θεωρούν ότι μπορεί να διευκολύνει την απομάκρυνση από πιο συμβατικές διατροφικές επιλογές.
Σημαντική ήταν και η συμφωνητικότητα, η οποία συνδέεται με χαρακτηριστικά όπως η ενσυναίσθηση και η διάθεση συνεργασίας. Η αναλογία πιθανοτήτων ήταν 1,43, γεγονός που αντιστοιχεί σε περίπου 43% υψηλότερες πιθανότητες υιοθέτησης της συγκεκριμένης διατροφής για κάθε μονάδα αύξησης στη διάσταση αυτή. Οι ερευνητές συνδέουν το εύρημα με την πιθανότητα οι αξίες που σχετίζονται με την ευαισθησία απέναντι στους άλλους, τα ζώα και τις μελλοντικές γενιές να λειτουργούν ως κίνητρο για αλλαγές στις διατροφικές επιλογές.
Αντίθετα, δύο χαρακτηριστικά συνδέθηκαν με χαμηλότερη πιθανότητα υιοθέτησης της συγκεκριμένης διατροφής. Η εξωστρέφεια είχε αναλογία πιθανοτήτων 0,80, ενώ η διάσταση ειλικρίνειας και ταπεινότητας είχε αναλογία 0,69. Οι ερευνητές θεωρούν ότι στην περίπτωση της εξωστρέφειας μπορεί να παίζει ρόλο η κοινωνική διάσταση του φαγητού, καθώς οι κοινωνικές περιστάσεις και τα γεύματα εκτός σπιτιού συχνά ευνοούν πιο συμβατικές επιλογές που περιλαμβάνουν κρέας και άλλα ζωικά προϊόντα. Πρόκειται όμως για ερμηνεία των ευρημάτων και όχι για απόδειξη ότι η εξωστρέφεια προκαλεί συγκεκριμένες διατροφικές επιλογές.
Ο ρόλος του πρωινού ή του βραδινού τύπου
Η μελέτη εξέτασε παράλληλα τον χρονότυπο, δηλαδή την ατομική προτίμηση ως προς το πότε μέσα στο 24ωρο ένα άτομο αισθάνεται ότι λειτουργεί καλύτερα. Οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν με τροποποιημένο ερωτηματολόγιο πρωινού και βραδινού τύπου και κατατάχθηκαν σε τρεις βασικές κατηγορίες, από περισσότερο βραδινούς έως περισσότερο πρωινούς τύπους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσο ισχυρότερη ήταν η προτίμηση προς τις πρωινές ώρες, τόσο αυξανόταν η πιθανότητα υιοθέτησης της συγκεκριμένης διατροφής. Η αναλογία πιθανοτήτων ήταν 1,08 για κάθε μονάδα αύξησης της βαθμολογίας στον χρονότυπο. Η σχέση ήταν μικρότερη από εκείνη που παρατηρήθηκε για την ανοιχτότητα και τη συμφωνητικότητα, αλλά παρέμεινε στατιστικά σημαντική μετά την προσαρμογή για τους δημογραφικούς και σωματικούς παράγοντες. Η μελέτη αναφέρει ότι οι άνθρωποι που προτιμούν τις βραδινές ώρες έχουν σε προηγούμενες έρευνες συσχετιστεί με χαμηλότερη κατανάλωση λαχανικών και πρωτεΐνης και υψηλότερη κατανάλωση ζάχαρης, γλυκών, καφεΐνης και αλκοόλ, ενώ ορισμένες μελέτες έχουν συνδέσει την προτίμηση για τις πρωινές ώρες με μεγαλύτερη αυτορρύθμιση και προγραμματισμό. Οι συγκεκριμένες προηγούμενες παρατηρήσεις δεν σημαίνουν ότι ο χρονότυπος καθορίζει τη διατροφή ενός ανθρώπου, αλλά αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι ερευνητές ερμηνεύουν τα νέα ευρήματα. Η ηλικία είχε επίσης μικρή αρνητική συσχέτιση με την πιθανότητα υιοθέτησης της συγκεκριμένης διατροφής. Η αναλογία πιθανοτήτων ήταν 0,98 ανά επιπλέον έτος ηλικίας, ενώ το φύλο εμφάνισε ακόμη μεγαλύτερη διαφορά. Οι γυναίκες είχαν περίπου τρεις φορές υψηλότερες πιθανότητες να ανήκουν στην ομάδα της συγκεκριμένης διατροφής σε σχέση με τους άνδρες, με αναλογία πιθανοτήτων 3,05.
Παρά τα ενδιαφέροντα ευρήματα, η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η προσωπικότητα ή ο χρονότυπος προκαλούν την επιλογή μιας φυτοκεντρικής διατροφής. Η έρευνα ήταν συγχρονική, επομένως οι πληροφορίες συλλέχθηκαν σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο και δεν επιτρέπουν να προσδιοριστεί ποιο προηγείται. Είναι πιθανό τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας να επηρεάζουν τις διατροφικές επιλογές, αλλά οι ερευνητές αναγνωρίζουν επίσης ότι οι μακροχρόνιες διατροφικές συνήθειες μπορεί να συνδέονται με αλλαγές σε άλλες πλευρές του τρόπου ζωής.