Η υψηλότερη πρόσληψη πολυφαινολών από τη διατροφή συνδέθηκε με μικρότερη πιθανότητα παρουσίας ήπιας γνωστικής διαταραχής (MCI) σε ηλικιωμένους που εξετάστηκαν σε ιατρείο μνήμης στην Ιταλία. Η συσχέτιση παρέμεινε και μετά την προσαρμογή για παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, το επίπεδο εκπαίδευσης, το κάπνισμα και τη συνολική ενεργειακή πρόσληψη. Στη μελέτη συμμετείχαν 92 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, τα οποία είχαν υποκειμενικά παράπονα για τη μνήμη και είχαν διαγνωστεί με υποκειμενική γνωστική έκπτωση, μεμονωμένη διαταραχή μνήμης, ήπια γνωστική διαταραχή ή ήπια αγγειακή γνωστική διαταραχή. Η διατροφική πρόσληψη πολυφαινολών εκτιμήθηκε μέσω ερωτηματολογίου συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων και της βάσης δεδομένων Phenol-Explorer.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τέσσερις ομάδες ανάλογα με την πρόσληψη πολυφαινολών. Όσοι δεν είχαν MCI εμφάνιζαν υψηλότερη εκτιμώμενη πρόσληψη συνολικών πολυφαινολών σε σύγκριση με όσους είχαν τη συγκεκριμένη διαταραχή. Διαφορές καταγράφηκαν επίσης στην πρόσληψη αρκετών επιμέρους κατηγοριών, μεταξύ των οποίων τα φλαβονοειδή, οι ανθοκυανίνες, οι φλαβανόνες, οι φλαβόνες, τα υδροξυκινναμικά οξέα και οι λιγνάνες.
Ποιες ενώσεις ξεχώρισαν
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν ορισμένες συγκεκριμένες πολυφαινόλες. Άτομα χωρίς MCI ανέφεραν υψηλότερη πρόσληψη εσπερετίνης, ναρινγενίνης και κερκετίνης, καθώς και των λιγνανών λαριρεσινόλης, σεκοϊσολαριρεσινόλης, ματαιρεσινόλης και πινορεσινόλης. Υψηλότερη πρόσληψη ορισμένων κατηγοριών, όπως οι ανθοκυανίνες, οι φλαβονόλες, οι φλαβανόνες και η εσπερετίνη, εμφάνισε επίσης μικρές αλλά στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις με τις επιδόσεις σε δοκιμασίες γνωστικής λειτουργίας. Η εικόνα ήταν πιο σύνθετη όταν οι ερευνητές εξέτασαν συνολικά την επίδραση των πολυφαινολών στις βαθμολογίες των γνωστικών τεστ. Η συνολική πρόσληψη πολυφαινολών δεν παρουσίασε σημαντική συσχέτιση ούτε με τη βαθμολογία MMSE ούτε με τη MoCA. Επομένως, το αποτέλεσμα δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι με μεγαλύτερη κατανάλωση πολυφαινολών είχαν απαραίτητα καλύτερες επιδόσεις στις συγκεκριμένες δοκιμασίες.
Οι ερευνητές εξέτασαν παράλληλα δείκτες φλεγμονής, μεταξύ των οποίων τον TGF-β1 και τον TNF-α, αναζητώντας έναν πιθανό βιολογικό μηχανισμό που θα μπορούσε να συνδέει τη διατροφή με τη γνωστική λειτουργία. Δεν εντοπίστηκε, όμως, σημαντική συσχέτιση μεταξύ της συνολικής πρόσληψης πολυφαινολών και των συγκεκριμένων φλεγμονωδών βιοδεικτών. Ορισμένες επιμέρους πολυφαινόλες εμφάνισαν περιορισμένες συσχετίσεις με δείκτες φλεγμονής, χωρίς αυτό να επαρκεί για την τεκμηρίωση ενός αντιφλεγμονώδους μηχανισμού.
Γιατί χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία
Παρά το ενδιαφέρον των αποτελεσμάτων, η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η κατανάλωση περισσότερων πολυφαινολών προλαμβάνει ή μειώνει την ήπια γνωστική διαταραχή. Ο σχεδιασμός της ήταν συγχρονικός, επομένως οι ερευνητές κατέγραψαν διατροφή και γνωστική κατάσταση σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο και δεν μπορούν να προσδιορίσουν ποια προηγήθηκε.
Επιπλέον, το δείγμα ήταν μικρό και αποτελούνταν από άτομα που ήδη αντιμετώπιζαν προβλήματα μνήμης και είχαν προσέλθει σε εξειδικευμένη δομή. Η διατροφική πρόσληψη βασίστηκε επίσης σε αυτοαναφορά, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την ακρίβεια των εκτιμήσεων. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ακόμη την πιθανότητα αντίστροφης αιτιότητας, καθώς και την επίδραση παραγόντων που δεν καταγράφηκαν πλήρως.
Τα ευρήματα εντάσσονται, πάντως, σε ένα ευρύτερο ερευνητικό ενδιαφέρον για τον ρόλο των πολυφαινολών στη γνωστική γήρανση. Πρόσφατη μεγαλύτερη μελέτη κοόρτης σε 13.473 άτομα ηλικίας 40 έως 74 ετών βρήκε επίσης συσχέτιση μεταξύ υψηλότερης πρόσληψης πολυφαινολών και χαμηλότερου κινδύνου εμφάνισης άνοιας κατά τη διάρκεια 12 ετών παρακολούθησης, ακόμη και μετά την προσαρμογή για την πρόσληψη καφεΐνης. Πρόκειται, ωστόσο, για διαφορετικό πληθυσμό και διαφορετικό ερευνητικό σχεδιασμό, επομένως τα δύο ευρήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απόδειξη αιτιώδους σχέσης.
Για να διαπιστωθεί αν η υψηλότερη πρόσληψη πολυφαινολών μπορεί πράγματι να επηρεάσει την πορεία της γνωστικής γήρανσης, απαιτούνται μεγαλύτερες προοπτικές μελέτες και κλινικές παρεμβάσεις που θα παρακολουθούν συστηματικά τη διατροφή και τη γνωστική λειτουργία σε βάθος χρόνου.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Antioxidants.