Έρευνα δείχνει ότι παρότι η κετογονική δίαιτα εμποδίζει την αύξηση βάρους, μπορεί να προκαλεί σοβαρές μεταβολικές διαταραχές και ηπατικά προβλήματα
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Science Advances από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Γιούτα ρίχνει φως στις μακροπρόθεσμες συνέπειες της κετογονικής διατροφής, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά της ως εργαλείο βελτίωσης της μεταβολικής υγείας.
Η κετογονική διατροφή, που αρχικά χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία της επιληψίας, έχει τα τελευταία χρόνια αποκτήσει μεγάλη δημοτικότητα ως μέθοδος απώλειας βάρους και διαχείρισης παθήσεων όπως η παχυσαρκία και ο διαβήτης τύπου 2. Ωστόσο, η νέα έρευνα σε πειραματόζωα δείχνει ότι η μακροχρόνια εφαρμογή της μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες για τον οργανισμό, επηρεάζοντας τη λειτουργία του ήπατος, την επεξεργασία των λιπών και τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα.
Η κετογονική διατροφή βασίζεται σε υψηλή πρόσληψη λιπαρών και ελάχιστων υδατανθράκων, προκαλώντας «κέτωση», μια μεταβολική κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός παράγει κετονικά σώματα ως εναλλακτική πηγή ενέργειας για τον εγκέφαλο. Αυτή η διαδικασία μιμείται τη νηστεία, βοηθώντας στη σταθεροποίηση της νευρωνικής δραστηριότητας και στη μείωση των επιληπτικών κρίσεων. Με τον καιρό, η διατροφή προωθήθηκε και ως λύση για τη ρύθμιση του βάρους και τη μεταβολική υγεία, αν και οι περισσότερες μελέτες μέχρι σήμερα είχαν εστιάσει μόνο σε βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα.
«Έχουμε πολλές μελέτες που εξετάζουν την απώλεια βάρους, αλλά ελάχιστες που ερευνούν τι συμβαίνει μακροπρόθεσμα στη συνολική μεταβολική λειτουργία», δήλωσε η Molly Gallop, επικεφαλής της έρευνας και νυν καθηγήτρια στο Earlham College.
Η ομάδα της Gallop διεξήγαγε μια εκτεταμένη μελέτη σε ποντίκια, τα οποία ακολούθησαν τέσσερις διαφορετικούς τύπους διατροφής: μια δυτικού τύπου δίαιτα πλούσια σε λιπαρά, μια διατροφή χαμηλή σε λιπαρά και υψηλή σε υδατάνθρακες, μια κλασική κετογονική δίαιτα και μια ισορροπημένη διατροφή. Κατά τη διάρκεια εννέα μηνών, οι ερευνητές παρακολούθησαν το βάρος, την πρόσληψη τροφής, τα επίπεδα σακχάρου και ινσουλίνης, καθώς και τα προφίλ λιπιδίων στο αίμα.
Αν και η κετογονική διατροφή απέτρεψε την αύξηση βάρους και στα δύο φύλα, οδήγησε σε σοβαρές μεταβολικές επιπλοκές. Τα ποντίκια εμφάνισαν υψηλά επίπεδα λιπιδίων στο αίμα και σημαντική συσσώρευση λίπους στο ήπαρ — μια κατάσταση γνωστή ως λιπώδης ηπατική νόσος, που συνδέεται με την παχυσαρκία και τις μεταβολικές διαταραχές. «Αν ακολουθείτε διατροφή με πολύ υψηλά λιπαρά, τα λιπίδια πρέπει να αποθηκευτούν κάπου, και συχνά καταλήγουν στο ήπαρ», εξήγησε η Amandine Chaix, επίκουρη καθηγήτρια Διατροφής και Φυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι τα αρσενικά ποντίκια ανέπτυξαν πιο σοβαρή λιπώδη ηπατοπάθεια και χειρότερη ηπατική λειτουργία, ενώ τα θηλυκά δεν παρουσίασαν σημαντική συσσώρευση λίπους στο ήπαρ. Οι ερευνητές σκοπεύουν να διερευνήσουν τους λόγους πίσω από αυτές τις διαφορές.
Παράλληλα, η μελέτη αποκάλυψε ένα παράδοξο στη ρύθμιση του σακχάρου. Παρότι τα ποντίκια είχαν αρχικά χαμηλά επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης, όταν κατανάλωναν υδατάνθρακες η γλυκόζη τους εκτοξευόταν σε επικίνδυνα επίπεδα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα παγκρεατικά κύτταρα δεν παρήγαγαν επαρκή ινσουλίνη, πιθανώς εξαιτίας του στρες που προκαλούν τα αυξημένα επίπεδα λίπους. Ευτυχώς, τα προβλήματα αυτά αντιστράφηκαν όταν τα ζώα σταμάτησαν την κετογονική δίαιτα, γεγονός που υποδηλώνει ότι ορισμένες μεταβολικές διαταραχές μπορεί να είναι παροδικές.
Αν και τα αποτελέσματα προέρχονται από μελέτη σε ποντίκια, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι προσφέρουν κρίσιμες ενδείξεις για τους πιθανούς κινδύνους της μακροχρόνιας εφαρμογής της κετογονικής διατροφής στους ανθρώπους. «Τα ευρήματα δείχνουν ότι η δίαιτα αυτή δεν είναι απαραίτητα αβλαβής», τόνισε η Gallop. «Όποιος σκέφτεται να την ακολουθήσει, θα πρέπει πρώτα να συμβουλευτεί γιατρό».