Νέα μελέτη κατέγραψε περισσότερα πρόσθετα, συστατικά και Ε αριθμούς στα φυτικά υποκατάστατα
Μετά την πρόσφατη ανάλυση δεκαετίας από τη Γερμανία, η οποία έδειξε ότι τα φυτικά τρόφιμα εμφανίζουν αυξητική τάση ως οχήματα μετάδοσης τροφιμογενών νοσημάτων, νέα έρευνα στρέφει την προσοχή σε μια διαφορετική πτυχή της ασφάλειας και της ποιότητας των φυτικών υποκατάστατων. Αυτή τη φορά, επιστήμονες από το Institute for Optimum Nutrition στο Λονδίνο διαπίστωσαν ότι τα φυτικά προϊόντα που έχουν σχεδιαστεί για να αντικαθιστούν τρόφιμα ζωικής προέλευσης περιέχουν, κατά μέσο όρο, περισσότερα πρόσθετα τροφίμων, περισσότερα συστατικά και περισσότερους Ε αριθμούς από τα αντίστοιχα ζωικά προϊόντα. Οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι τα ευρήματα δεν σημαίνουν πως τα προϊόντα αυτά είναι λιγότερο ασφαλή, καθώς όλα τα πρόσθετα που καταγράφηκαν έχουν εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές ασφάλειας τροφίμων.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Food Additives & Contaminants Part A, θεωρείται η πρώτη που συγκρίνει συστηματικά φυτικά και ζωικά προϊόντα που διατίθενται στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Οι ερευνητές ανέλυσαν 71 ζεύγη αντίστοιχων προϊόντων από μεγάλη αλυσίδα του Ηνωμένου Βασιλείου, αντιστοιχίζοντας όσο το δυνατόν πιο όμοια προϊόντα ως προς το είδος, τη συσκευασία και το μέγεθος. Έτσι, το γάλα αμυγδάλου συγκρίθηκε με το αγελαδινό γάλα, τα φυτικά μπέργκερ με τα συμβατικά, ενώ εξετάστηκαν επίσης προϊόντα όπως λαζάνια, γιαούρτια, μαγιονέζες, πέστο, coleslaw και γλυκά.
Σχεδόν διπλάσια πρόσθετα στα φυτικά προϊόντα
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στα φυτικά προϊόντα καταγράφηκαν συνολικά 199 πρόσθετα τροφίμων, έναντι 100 στα αντίστοιχα ζωικά προϊόντα. Παράλληλα, οι ερευνητές μέτρησαν 1.566 επιμέρους συστατικά στις φυτικές εναλλακτικές, έναντι 1.110 στις ζωικές, ενώ εντόπισαν 39 διαφορετικούς Ε αριθμούς στα φυτικά προϊόντα και 31 στα ζωικά. Συνολικά αναγνωρίστηκαν 50 διαφορετικοί Ε αριθμοί, εκ των οποίων οι 20 εμφανίζονταν και στις δύο κατηγορίες προϊόντων.
Οι μεγαλύτερες διαφορές εντοπίστηκαν κυρίως στα φυτικά υποκατάστατα κρέατος, ψαριών και γαλακτοκομικών, δηλαδή στις κατηγορίες όπου η βιομηχανία προσπαθεί να αναπαράγει τη γεύση, την υφή, το χρώμα και τη λειτουργικότητα των τροφίμων ζωικής προέλευσης. Για να επιτευχθεί αυτό, χρησιμοποιούνται συχνά σταθεροποιητές, γαλακτωματοποιητές, πηκτικά μέσα, χρωστικές και αρωματικές ύλες, καθώς και πρωτεΐνες και άμυλα από διάφορες φυτικές πηγές.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της μελέτης Joseph Whittaker, το γεγονός ότι τα φυτικά προϊόντα περιέχουν περισσότερα πρόσθετα δεν συνεπάγεται αυτόματα αυξημένο κίνδυνο για την υγεία. Όπως εξηγεί, η έρευνα δεν αξιολόγησε τις ποσότητες των πρόσθετων που περιέχουν τα τρόφιμα, ούτε το πόσο συχνά τα καταναλώνουν οι πολίτες. Επομένως, δεν μπορεί να εκτιμηθεί η πραγματική έκθεση των καταναλωτών στις συγκεκριμένες ουσίες. Επιπλέον, όλα τα πρόσθετα που καταγράφηκαν είναι εγκεκριμένα σύμφωνα με τη βρετανική νομοθεσία για την ασφάλεια των τροφίμων.
Η τάση για «καθαρή ετικέτα»
Η μελέτη δημοσιεύεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι φυτικές διατροφές κερδίζουν συνεχώς έδαφος διεθνώς. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η κατανάλωση κρέατος μειώνεται σταθερά την τελευταία δεκαετία, ενώ αντίστοιχες τάσεις καταγράφονται στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με ολοένα περισσότερους καταναλωτές να υιοθετούν ευέλικτες φυτικές διατροφές (flexitarian diets) ή να επιλέγουν τακτικά φυτικά υποκατάστατα. Την ίδια στιγμή, όμως, ενισχύεται και το λεγόμενο κίνημα της «καθαρής ετικέτας» (clean label). Οι καταναλωτές αναζητούν προϊόντα με μικρότερο αριθμό συστατικών, λιγότερα πρόσθετα και συνταγές που θυμίζουν περισσότερο τα παραδοσιακά τρόφιμα. Παράλληλα, αυξάνεται το ενδιαφέρον για τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, καθώς αρκετές πρόσφατες μελέτες έχουν συνδέσει την αυξημένη κατανάλωσή τους με δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία, αν και η παρούσα μελέτη δεν εξέτασε τον βαθμό επεξεργασίας των προϊόντων. Ο Whittaker εκτιμά ότι η μελλοντική έρευνα θα πρέπει να διερευνήσει κατά πόσο τα φυτικά υποκατάστατα που κυκλοφορούν στην αγορά είναι πράγματι περισσότερο επεξεργασμένα και αν αυτό επηρεάζει τη συνολική ποιότητα της διατροφής. Όπως σημειώνει, όσοι επιλέγουν φυτική διατροφή ίσως ωφελούνται περισσότερο όταν βασίζουν το καθημερινό τους διαιτολόγιο σε φυσικά φυτικά τρόφιμα, όπως όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης, λαχανικά, φρούτα και ξηρούς καρπούς, αντί να αντικαθιστούν συστηματικά τα ζωικά τρόφιμα με βιομηχανικά φυτικά υποκατάστατα.
Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι η μελέτη παρουσιάζει σημαντικούς περιορισμούς, καθώς εξετάστηκε μόνο μία σειρά προϊόντων από ένα σούπερ μάρκετ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Για τον λόγο αυτό θεωρούν απαραίτητο να πραγματοποιηθούν αντίστοιχες έρευνες σε διαφορετικές αλυσίδες λιανικής, σε άλλες μάρκες και σε περισσότερες χώρες, ώστε να διαπιστωθεί εάν τα ίδια ευρήματα ισχύουν συνολικά για την αγορά των φυτικών υποκατάστατων.