Η μαζική στροφή σε φάρμακα καταστολής της όρεξης όπως το Ozempic και το Wegovy δεν αλλάζει μόνο το βάρος των χρηστών, αλλά και τον τρόπο που ξοδεύουν τα χρήματά τους για φαγητό. Νέα έρευνα του Cornell University δείχνει ότι η χρήση αυτών των φαρμάκων συνδέεται με σαφή και μετρήσιμη μείωση των δαπανών των νοικοκυριών τόσο στα σούπερ μάρκετ όσο και στην εστίαση.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Journal of Marketing Research, συνδυάζει δεδομένα ερευνών για τη χρήση αγωνιστών υποδοχέων GLP-1 – φάρμακα που σχεδιάστηκαν αρχικά για τον διαβήτη και πλέον συνταγογραφούνται ευρέως για απώλεια βάρους – με αναλυτικά στοιχεία πραγματικών συναλλαγών από δεκάδες χιλιάδες αμερικανικά νοικοκυριά. Πρόκειται για μία από τις πιο ολοκληρωμένες καταγραφές μέχρι σήμερα του πώς η υιοθέτηση των GLP-1 επηρεάζει τις καθημερινές αγορές τροφίμων στον πραγματικό κόσμο.
Σύμφωνα με τη μελέτη, μέσα στους πρώτους έξι μήνες από την έναρξη της αγωγής, τα νοικοκυριά μειώνουν τις δαπάνες για αγορές τροφίμων κατά μέσο όρο κατά 5,3%. Στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, η μείωση ξεπερνά το 8%. Παράλληλα, οι δαπάνες σε fast food, καφέ και άλλες μορφές εστίασης περιορισμένης εξυπηρέτησης υποχωρούν περίπου κατά 8%.
Για όσους συνεχίζουν τη χρήση των φαρμάκων, η χαμηλότερη κατανάλωση διατηρείται τουλάχιστον για έναν χρόνο, αν και με μικρότερη ένταση όσο περνά ο χρόνος, σύμφωνα με την επικεφαλής της ανάλυσης, τη Sylvia Hristakeva. Όπως επισημαίνει, μετά τη διακοπή της αγωγής οι επιδράσεις εξασθενούν και γίνονται δυσκολότερο να διαχωριστούν από τις προϋπάρχουσες καταναλωτικές συνήθειες.
Σε αντίθεση με παλαιότερες έρευνες που βασίζονταν σε αυτοαναφορές για τη διατροφή, η συγκεκριμένη μελέτη χρησιμοποιεί δεδομένα αγορών από την εταιρεία έρευνας αγοράς Numerator, η οποία παρακολουθεί συναλλαγές τροφίμων και εστίασης σε ένα εθνικά αντιπροσωπευτικό πάνελ περίπου 150.000 νοικοκυριών. Τα στοιχεία αυτά συνδυάστηκαν με επαναλαμβανόμενα ερωτηματολόγια για το αν και πότε μέλη των νοικοκυριών ξεκίνησαν GLP-1 φάρμακα και για ποιο λόγο.
Ο συνδυασμός αυτός επέτρεψε στους ερευνητές να συγκρίνουν χρήστες των φαρμάκων με παρόμοια νοικοκυριά που δεν τα λάμβαναν και να απομονώσουν τις αλλαγές που εμφανίστηκαν μετά την έναρξη της αγωγής. Οι μειώσεις δεν ήταν ομοιόμορφες σε όλες τις κατηγορίες προϊόντων.
Τα υπερ-επεξεργασμένα και θερμιδικά πυκνά τρόφιμα, που συνδέονται άμεσα με λιγούρες, παρουσίασαν τις μεγαλύτερες πτώσεις. Οι δαπάνες για αλμυρά σνακ μειώθηκαν κατά περίπου 10%, με αντίστοιχες μειώσεις σε γλυκά, αρτοσκευάσματα και μπισκότα. Πτώση καταγράφηκε ακόμη και σε βασικά είδη όπως το ψωμί, το κρέας και τα αυγά.
Μόνο λίγες κατηγορίες εμφάνισαν αύξηση. Το γιαούρτι κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδο, ακολουθούμενο από φρέσκα φρούτα, μπάρες διατροφής και αποξηραμένα ή επεξεργασμένα σνακ κρέατος. Το γενικό μοτίβο, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι η συνολική μείωση των αγορών τροφίμων, με τις όποιες αυξήσεις να είναι περιορισμένες και σαφώς μικρότερες από τη συνολική πτώση.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο σούπερ μάρκετ. Η εστίαση ταχείας εξυπηρέτησης πλήττεται επίσης, κάτι που προμηνύει μακροπρόθεσμες αλλαγές στη ζήτηση. Για βιομηχανίες τροφίμων, αλυσίδες εστίασης και λιανεμπόριο, η ευρεία διάδοση των GLP-1 φαρμάκων σημαίνει πιθανή ανάγκη αναπροσαρμογής, από τα μεγέθη συσκευασίας και τις συνταγές προϊόντων μέχρι τις στρατηγικές μάρκετινγκ.
Για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τους ειδικούς στη δημόσια υγεία, τα ευρήματα προσθέτουν ουσιαστικά δεδομένα στη συζήτηση για το κατά πόσο οι ιατρικές παρεμβάσεις μπορούν να αλλάξουν διατροφικές συμπεριφορές εκεί όπου μέτρα όπως οι φόροι και η επισήμανση τροφίμων είχαν περιορισμένα αποτελέσματα. Εδώ, τα στοιχεία δείχνουν ότι όταν μειώνεται βιολογικά η όρεξη, αλλάζει και η κατανάλωση, χωρίς θεωρία και χωρίς ρητορική.