Τι πρέπει να γνωρίζουν οι χορτοφάγοι και οι βίγκαν
Σε μια εποχή που η υγιεινή διατροφή ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με την αυξημένη κατανάλωση φυτικών προϊόντων, το σελήνιο αναδεικνύεται παρότι υποτιμημένο. Το ιχνοστοιχείο αυτό, απαραίτητο για τη λειτουργία του θυρεοειδούς, την αντιοξειδωτική άμυνα και την καλή ανοσολογική απόκριση, δεν απαντάται σταθερά στα φυτικά τρόφιμα, γεγονός που ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, ιδίως για όσους ακολουθούν χορτοφαγική ή βίγκαν διατροφή.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Αλλαντίαση από τρόφιμο που προσφέρθηκε σε φεστιβάλ – Τουλάχιστον 11 δηλητηριάσεις
Η περιεκτικότητα των φυτών σε σελήνιο εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τη γεωχημική σύσταση του εδάφους στο οποίο αναπτύσσονται. Σε εδάφη πλούσια σε σελήνιο, τα φυτά το απορροφούν και το ενσωματώνουν στους ιστούς τους. Σε φτωχά εδάφη όμως (όπως συμβαίνει στη συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών) η συγκέντρωση του στοιχείου είναι εξαιρετικά χαμηλή, με αποτέλεσμα και τα προϊόντα να είναι υποβαθμισμένα σε αυτό το θρεπτικό συστατικό.
Σύμφωνα με στοιχεία του BfR, σε περιοχές της Ευρώπης όπου το έδαφος είναι πτωχό σε σελήνιο, όπως στη Γερμανία, τα φυτικά τρόφιμα συχνά δεν επαρκούν για την κάλυψη των ημερήσιων αναγκών (65 μg για ενήλικες κατά DGE). Αντίθετα, σε περιοχές όπως ορισμένες ζώνες της Βόρειας και Νότιας Αμερικής, τα επίπεδα στο έδαφος είναι υψηλά και φυτά όπως τα βραζιλιάνικα φιστίκια (Brazil nuts) μπορεί να περιέχουν ποσότητες πολλαπλάσιες της ημερήσιας δόσης.
Το ζωικό “παραθυράκι”
Παρότι το σελήνιο προέρχεται αρχικά από το έδαφος, τα ζωικά προϊόντα, όπως το κρέας, το ψάρι, τα αυγά και το γάλα, θεωρούνται αξιόπιστες πηγές. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι ζωοτροφές είναι εμπλουτισμένες με σελήνιο, ανεξάρτητα από τη φυσική του παρουσία στο έδαφος. Έτσι, οι κρεατοπαραγωγικές εκτροφές γεφυρώνουν την ανεπάρκεια της γεωγραφικής περιοχής, εξασφαλίζοντας προϊόντα με σταθερή περιεκτικότητα σε αυτό το κρίσιμο ιχνοστοιχείο.
Άτομα που δεν καταναλώνουν ζωικά προϊόντα, όπως οι αυστηρά βίγκαν ή χορτοφάγοι, ενδέχεται να παρουσιάσουν έλλειψη σεληνίου, ιδιαίτερα αν η διατροφή τους βασίζεται σε τοπικά ή ευρωπαϊκά φυτικά τρόφιμα. Επιπλέον, οι περιορισμένες πληροφορίες για την ακριβή περιεκτικότητα των περισσότερων φυτικών προϊόντων σε σελήνιο κάνουν τη διαχείριση της πρόσληψης ακόμη πιο δύσκολη.
Σε περιπτώσεις μακροχρόνιας ανεπάρκειας, η έλλειψη μπορεί να οδηγήσει σε αδυναμία του ανοσοποιητικού, διαταραχές στον θυρεοειδή και αυξημένο οξειδωτικό στρες, παράγοντες που συνδέονται με χρόνιες παθήσεις και μειωμένη ποιότητα ζωής.
Το BfR δεν προτείνει γενική συμπληρωματική λήψη σεληνίου, αλλά συνειδητή επιλογή διατροφικών πηγών, ανάλογα με τις ατομικές ανάγκες και το διατροφικό προφίλ του καθενός. Οι βίγκαν και οι χορτοφάγοι, ιδίως σε ευρωπαϊκές χώρες, ίσως χρειαστεί να συμπληρώνουν τη διατροφή τους με πηγές πλούσιες σε σελήνιο ή με κατάλληλα συμπληρώματα — πάντα με ιατρική καθοδήγηση.