Νέα μελέτη από το University of Texas at El Paso δείχνει ότι η νυχτερινή κατανάλωση δημοφιλούς ροφήματος, συνδέεται με αυξημένη παρορμητικότητα και μειωμένη ικανότητα αναστολής συμπεριφοράς
Η κατανάλωση συγκεκριμένων ποτών συνδέεται διαχρονικά με μεταβολές στη συμπεριφορά και στη λήψη αποφάσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κρασί, το οποίο έχει συνδεθεί με αύξηση της παρορμητικότητας και μείωση του αυτοελέγχου. Νεότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν όμως, ότι αντίστοιχες επιδράσεις ενδέχεται να παρατηρούνται και σε άλλα ευρέως διαδεδομένα ροφήματα, ιδίως όταν καταναλώνονται σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους της ημέρας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Lidl dk: Ανάκληση αυγών λόγω σαλμονέλας – Oι κίνδυνοι από τη χρήση μολυσμένων προϊόντων ενόψει Πάσχα
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σουπερμάρκετ: Πώς μπορούν με μία απλή και φθηνή κίνηση να βελτιώσουν τη διατροφή των πελατών τους – Ευρήματα μελέτης
Νέα επιστημονική μελέτη από το University of Texas at El Paso δείχνει ότι η κατανάλωση καφεΐνης κατά τις βραδινές ώρες ενδέχεται να επηρεάζει αρνητικά τον αυτοέλεγχο, αυξάνοντας την παρορμητική συμπεριφορά και την πιθανότητα λήψης επικίνδυνων αποφάσεων. Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό iScience. Η μελέτη εξέτασε την επίδραση της καφεΐνης στην αναστολή και την παρορμητικότητα, ανάλογα με την ώρα κατανάλωσης, χρησιμοποιώντας ως μοντέλο το έντομο Drosophila melanogaster.
Το συγκεκριμένο είδος χρησιμοποιείται ευρέως στην έρευνα συμπεριφοράς, καθώς παρουσιάζει σημαντικές γενετικές και νευροβιολογικές ομοιότητες με τον άνθρωπο. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η καφεΐνη αποτελεί την πιο διαδεδομένη ψυχοδραστική ουσία παγκοσμίως, με περίπου το 85% των ενηλίκων στις Ηνωμένες Πολιτείες να την καταναλώνει σε τακτική βάση.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κλείνουν ένα από τα πιο αξιόπιστα, ανεξάρτητα ινστιτούτα καταναλωτών με κυβερνητική απόφαση
Στο πλαίσιο της μελέτης, οι επιστήμονες χορήγησαν καφεΐνη σε μύγες υπό διαφορετικές συνθήκες, μεταβάλλοντας τη δόση, την ώρα κατανάλωσης και τον συνδυασμό με στέρηση ύπνου. Στη συνέχεια αξιολόγησαν την παρορμητικότητα παρατηρώντας την ικανότητα των εντόμων να διακόπτουν την κίνησή τους όταν εκτίθενται σε ισχυρή ροή αέρα, ένα ερέθισμα που φυσιολογικά αποφεύγουν. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι μύγες που κατανάλωσαν καφεΐνη τη νύχτα παρουσίασαν μειωμένη ικανότητα αναστολής της κίνησης και αυξημένη παρορμητική συμπεριφορά, όπως συνέχιση της πτήσης παρά τις δυσμενείς συνθήκες. Αντίθετα, η κατανάλωση καφεΐνης κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν οδήγησε στο ίδιο μοτίβο συμπεριφοράς.
Η έρευνα κατέγραψε επίσης διαφορές μεταξύ των φύλων. Παρότι τα επίπεδα καφεΐνης ήταν παρόμοια σε αρσενικά και θηλυκά άτομα, τα θηλυκά εμφάνισαν σημαντικά υψηλότερη παρορμητικότητα. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το φαινόμενο αυτό δεν συνδέεται με ανθρώπινες ορμόνες, γεγονός που υποδηλώνει ότι εμπλέκονται άλλοι γενετικοί ή φυσιολογικοί μηχανισμοί. Τα ευρήματα ενδέχεται να έχουν σημασία για ομάδες πληθυσμού που καταναλώνουν καφεΐνη τη νύχτα, όπως εργαζόμενοι σε βάρδιες, επαγγελματίες υγείας και στρατιωτικό προσωπικό. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι οι επιδράσεις αυτές μπορεί να είναι εντονότερες στις γυναίκες.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στο Εργαστήριο Βιολογικών Επιστημών του πανεπιστημίου, το οποίο εστιάζει στη νευροβιολογική βάση της συμπεριφορικής πλαστικότητας, συμπεριλαμβανομένων της μάθησης, της μνήμης και του εθισμού, καθώς και στις αλληλεπιδράσεις γονιδίων και περιβάλλοντος που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ και άλλες μορφές άνοιας.