Η μείωση των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και η αύξηση του ασβεστίου συνδέθηκαν με θετικές τάσεις στη διανοητική διαύγεια
Οι φοιτητές πανεπιστημίου αποτελούν μια πληθυσμιακή ομάδα ιδιαίτερα ευάλωτη σε ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες. Η μετάβαση στη φοιτητική ζωή συχνά συνοδεύεται από αύξηση της κατανάλωσης υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, μειωμένη πρόσληψη βασικών θρεπτικών συστατικών και αυξημένο ψυχολογικό στρες. Νέα πιλοτική μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου Finis Terrae της Χιλής, που δημοσιεύτηκε στο Scientific Reports, εξέτασε αν ένα δομημένο πρόγραμμα διατροφικής εκπαίδευσης τριών μηνών μπορεί να αλλάξει αυτό το μοτίβο και να επηρεάσει παράλληλα την ψυχική ευεξία. Το πρόγραμμα απευθύνθηκε σε 31 φοιτητές ηλικίας 18 έως 20 ετών και περιλάμβανε σεμινάρια διατροφής, υγιεινά σνακ κατά τη διάρκεια των συνεδριών και ένα βιβλίο με πληροφορίες για τη διατροφή και εύκολες, οικονομικές συνταγές για πραγματικό, υγιεινό φαγητό. Οι διατροφικές συνήθειες και η ψυχική ευεξία των συμμετεχόντων αξιολογήθηκαν πριν και μετά την παρέμβαση με αυτοματοποιημένο διατροφικό εργαλείο αξιολόγησης και επικυρωμένη κλίμακα ψυχικής ευεξίας αντίστοιχα.
Τι άλλαξε και τι παρέμεινε ίδιο
Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν ένα ενδιαφέρον μοτίβο: το πρόγραμμα ήταν αποτελεσματικό στις άμεσα εφαρμόσιμες αλλαγές συμπεριφοράς, αλλά λιγότερο στις συνήθειες που απαιτούν μακροχρόνια επανεκπαίδευση. Η κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων μειώθηκε σημαντικά, η πρόσληψη ασβεστίου αυξήθηκε και η πρόσληψη νατρίου μειώθηκε σημαντικά, φτάνοντας στο συνιστώμενο εύρος. Η κατανάλωση φρούτων αυξήθηκε σχεδόν διπλάσια, αν και παρέμεινε κάτω από τις συστάσεις. Αντίθετα, η πρόσληψη λαχανικών, γαλακτοκομικών και φυτικών ινών δεν μεταβλήθηκε σημαντικά, κάτι που οι ερευνητές αποδίδουν στο ότι αυτές οι αλλαγές εξαρτώνται από βαθύτερα ριζωμένες συνήθειες που ανθίστανται σε βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις. Στον τομέα των μακροθρεπτικών συστατικών, αυξήθηκε σημαντικά το ποσοστό φοιτητών των οποίων η πρόσληψη υδατανθράκων και λιπαρών εμπίπτει πλέον στα συνιστώμενα εύρη, ενώ η πρωτεΐνη ήταν επαρκής τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος.
Η σύνδεση με την ψυχική υγεία
Η μελέτη αποκάλυψε και μια ενδιαφέρουσα αμφίδρομη σχέση μεταξύ διατροφής και ψυχικής ευεξίας. Στην αρχή της μελέτης, υψηλή πρόσληψη νατρίου συνδεόταν αντίστροφα με την ψυχική ευεξία, μια συσχέτιση που εξαφανίστηκε μετά την παρέμβαση. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, παρατηρήθηκε μέτρια αύξηση της υποκειμενικής ευεξίας σε στοιχεία που σχετίζονται με διανοητική διαύγεια, κοινωνική σύνδεση και λήψη αποφάσεων, ενώ τα συναισθηματικά στοιχεία και η αυτοαντίληψη παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτα. Αν και η συνολική βελτίωση στη βαθμολογία ψυχικής ευεξίας δεν ήταν στατιστικά σημαντική, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μετακίνηση από χαμηλό σε μέτριο επίπεδο ευεξίας είναι κλινικά σημαντική, ιδιαίτερα σε έναν πληθυσμό όπου η συναισθηματική δυσχέρεια είναι ιδιαίτερα συχνή. Η πιθανή εξήγηση είναι ότι η μείωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων και η αύξηση ασβεστίου και φρούτων μπορεί να ενεργοποιούν αντιφλεγμονώδεις μηχανισμούς και να βελτιώνουν την υγεία του εντέρου, που με τη σειρά τους επηρεάζουν θετικά τη διάθεση μέσω του άξονα εντέρου-εγκεφάλου, αν και αυτοί οι βιολογικοί μηχανισμοί δεν μετρήθηκαν άμεσα στη μελέτη.
Τι σημαίνει για τα πανεπιστήμια
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μελέτη είναι πιλοτική, δεν διέθετε ομάδα ελέγχου και δεν αξιολόγησε μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, οπότε τα ευρήματα δεν επιτρέπουν την εξαγωγή αιτιωδών συμπερασμάτων. Ωστόσο, η κλίμακα της παρέμβασης, σεμινάρια, υγιεινά σνακ και ένα βιβλίο συνταγών, είναι εξαιρετικά οικονομική και εύκολα αναπαράξιμη. Στο χιλιανό πλαίσιο, όπου το 60% των εφήβων αντιμετωπίζει συναισθηματική δυσχέρεια και η παχυσαρκία πλήττει περίπου το 33% των γυναικών και 27% των ανδρών, η ενσωμάτωση διατροφικής εκπαίδευσης στο πανεπιστήμιο φαίνεται ως μια χαμηλού κόστους παρέμβαση δημόσιας υγείας με δυνητικά σημαντικές συνέπειες. Οι ερευνητές καλούν για μεγαλύτερης κλίμακας και μακροχρόνιες μελέτες που θα εντοπίσουν ποια συγκεκριμένα στοιχεία του προγράμματος είναι πιο αποτελεσματικά.