Νέα επιστημονική μελέτη που πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, σε συνεργασία με τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Αγελαδοτρόφων και Προβατοτρόφων Δυτικής Θεσσαλίας, εξετάζει τη λειτουργία της αλυσίδας αξίας του πρόβειου γάλακτος στη Θεσσαλία και καταγράφει τους παράγοντες που επηρεάζουν τη βιωσιμότητα των προβατοτροφικών εκμεταλλεύσεων. Η εργασία δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Agriculture (MDPI) και βασίστηκε σε τεχνοοικονομική αξιολόγηση 24 εκμεταλλεύσεων διαφορετικού μεγέθους και διαφορετικής μορφής εμπορικής συνεργασίας.
Στόχος της έρευνας ήταν η καταγραφή των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί πρόβειου γάλακτος, η αξιολόγηση της οικονομικής τους επίδοσης και η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η συμμετοχή σε συνεταιριστικά σχήματα ή η ανεξάρτητη διάθεση του γάλακτος επηρεάζει το κόστος παραγωγής, την κερδοφορία και τη συνολική λειτουργία των εκμεταλλεύσεων. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πρόκειται για μελέτη περίπτωσης με διερευνητικό χαρακτήρα και ότι τα αποτελέσματα θα πρέπει να ερμηνεύονται ως ενδεικτικές τάσεις, καθώς το δείγμα περιλαμβάνει 24 μονάδες και δεν αποτελεί στατιστικά αντιπροσωπευτική αποτύπωση του συνόλου της ελληνικής προβατοτροφίας.
Η Θεσσαλία αποτελεί την σημαντικότερη περιοχή παραγωγής πρόβειου γάλακτος στην Ελλάδα, με παραγωγή που ξεπερνά τους 143.000 τόνους ετησίως και σημαντική συμβολή στην παραγωγή φέτας Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης. Στην περιφέρεια λειτουργούν 4.953 προβατοτροφικές εκμεταλλεύσεις και δεκάδες τυροκομικές επιχειρήσεις, γεγονός που καθιστά την περιοχή κατάλληλη για τη μελέτη της σχέσης μεταξύ παραγωγών, συνεταιρισμών και γαλακτοβιομηχανιών.
Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν τους πρώτους μήνες του 2024 και κάλυψαν εκμεταλλεύσεις τεσσάρων διαφορετικών κατηγοριών μεγέθους. Σε κάθε κατηγορία συμμετείχαν ισάριθμες μονάδες που συνεργάζονταν με συνεταιρισμούς και ισάριθμες που διέθεταν το γάλα τους απευθείας σε γαλακτοβιομηχανίες. Οι ερευνητές υπολόγισαν το κόστος παραγωγής ανά κιλό γάλακτος, το μικτό και καθαρό κέρδος, το αγροτικό οικογενειακό εισόδημα και πραγματοποίησαν ανάλυση ευαισθησίας ως προς τις μεταβολές στην τιμή του γάλακτος και στο κόστος των ζωοτροφών.
Η ανάλυση έδειξε ότι οι παραγωγοί που συμμετείχαν σε συνεταιρισμούς εμφάνισαν αισθητά χαμηλότερο μέσο κόστος παραγωγής. Το μέσο κόστος διαμορφώθηκε στα 1,40 ευρώ ανά κιλό γάλακτος, ενώ στις ανεξάρτητες εκμεταλλεύσεις ανήλθε στα 1,90 ευρώ ανά κιλό. Η διαφορά αυτή καταγράφηκε παρότι η μέση τιμή πώλησης του πρόβειου γάλακτος ήταν σχεδόν ίδια στις δύο ομάδες, 1,51 ευρώ ανά κιλό για τους συνεταιρισμένους παραγωγούς και 1,52 ευρώ ανά κιλό για όσους συνεργάζονταν απευθείας με τις γαλακτοβιομηχανίες.
Η διαφορά στο κόστος παραγωγής συνδέθηκε κυρίως με τις χαμηλότερες δαπάνες ζωοτροφών που καταγράφηκαν στις συνεταιριστικές εκμεταλλεύσεις. Το μέσο κόστος διατροφής διαμορφώθηκε στα 209,33 ευρώ ανά προβατίνα έναντι 249,75 ευρώ στις ανεξάρτητες μονάδες. Η πρόσβαση των συνεταιρισμένων παραγωγών σε συλλογικές προμήθειες, τεχνική υποστήριξη και κοινές υποδομές αναφέρεται ως παράγοντας που μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κόστους και στη βελτίωση της παραγωγικότητας.
Οι οικονομικοί δείκτες που υπολογίστηκαν στην έρευνα παρουσιάζουν υψηλότερες μέσες επιδόσεις για τις συνεταιριστικές εκμεταλλεύσεις. Το μέσο καθαρό κέρδος ανήλθε σε 21.323 ευρώ έναντι 12.231 ευρώ στις ανεξάρτητες μονάδες, ενώ το μέσο αγροτικό οικογενειακό εισόδημα διαμορφώθηκε στις 35.573 ευρώ έναντι 26.506 ευρώ. Ανά προβατίνα, το μέσο καθαρό κέρδος ήταν 167,82 ευρώ στις συνεταιριστικές εκμεταλλεύσεις και 29,69 ευρώ στις ανεξάρτητες.
Η μελέτη κατέγραψε επίσης ισχυρή συσχέτιση μεταξύ του μεγέθους της εκμετάλλευσης και της οικονομικής επίδοσης. Οι μεγαλύτερες μονάδες εμφάνισαν υψηλότερη κερδοφορία, χαμηλότερο κόστος παραγωγής ανά κιλό γάλακτος και καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων. Η στατιστική ανάλυση έδειξε πολύ ισχυρή θετική συσχέτιση μεταξύ του αριθμού των προβατίνων και του καθαρού κέρδους, καθώς και αρνητική συσχέτιση μεταξύ μεγέθους εκμετάλλευσης και κόστους παραγωγής ανά κιλό γάλακτος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα σχετικά με τις εμπορικές σχέσεις των παραγωγών. Οι παραγωγοί που συνεργάζονται απευθείας με γαλακτοβιομηχανίες ανέφεραν ότι επιλέγουν αυτή τη μορφή συνεργασίας επειδή διαπραγματεύονται οι ίδιοι την τιμή πώλησης και διατηρούν άμεση σχέση με την αγορά. Παράλληλα, δήλωσαν ότι δεν διαθέτουν σταθερές εγγυήσεις ως προς τον χρόνο πληρωμής και την τελική τιμή του γάλακτος. Αντίθετα, οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί ανέφεραν ότι οι συμβάσεις με τους συνεταιρισμούς προσφέρουν μεγαλύτερη σταθερότητα στις αγορές γάλακτος, πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες, εργαστήρια αναλύσεων, εκπαίδευση και καλύτερη διαπραγματευτική ισχύ έναντι των γαλακτοβιομηχανιών.
Η εργασία εξετάζει και τις εξελίξεις στην αγορά πρόβειου γάλακτος της Θεσσαλίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, η μέση τιμή πώλησης του πρόβειου γάλακτος μειώθηκε από 1,52 ευρώ ανά κιλό το 2024 σε 1,45 ευρώ ανά κιλό το 2025. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη μείωση της εγχώριας κατανάλωσης φέτας, τη συσσώρευση αποθεμάτων και τις πιέσεις που ασκούνται στις τιμές κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού, από το λιανεμπόριο προς τις γαλακτοβιομηχανίες και τελικά προς τους παραγωγούς.
Οι ερευνητές πραγματοποίησαν ακόμη ανάλυση ευαισθησίας εξετάζοντας σενάρια ταυτόχρονης μείωσης της τιμής του γάλακτος κατά 10% και αύξησης του κόστους ζωοτροφών κατά 10%, καθώς και το αντίστροφο σενάριο. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι περισσότερες συνεταιριστικές εκμεταλλεύσεις διατήρησαν θετικό οικονομικό αποτέλεσμα ακόμη και στις δυσμενέστερες συνθήκες της προσομοίωσης, με εξαίρεση τη μικρότερη μονάδα του δείγματος, η οποία εμφάνιζε ήδη αρνητικό καθαρό αποτέλεσμα στη βασική ανάλυση.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2077-0472/16/15/1618
Πηγή: Πηγή: Liagka D.V. και συν., «Exploring the Role of the Farmer Entrepreneur in the Sheep Milk Production Value Chain in Thessaly, Greece: A Case Study of 24 Farms», Agriculture (MDPI), 2026.