ΑρχικήΝέαΠεριβάλλον / ΒιωσιμότηταΗ Ευρώπη ξεμένει από νερό: Κύπρος, Μάλτα και Ελλάδα στην πιο δύσκολη...

Η Ευρώπη ξεμένει από νερό: Κύπρος, Μάλτα και Ελλάδα στην πιο δύσκολη θέση

Έχει σχέδιο η ΕΕ για να μη στερέψουν οι βρύσες;

12 λεπτά ανάγνωσης

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίση που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε να αφορά κυρίως τις πιο ξηρές περιοχές του Νότου. Σήμερα, όμως, η λειψυδρία εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η κλιματική αλλαγή, η υπεράντληση, η ρύπανση και οι απώλειες νερού από τα πεπαλαιωμένα δίκτυα περιορίζουν ολοένα περισσότερο τα διαθέσιμα αποθέματα.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Εξερράγη στα χέρια 8χρονου και του έκαψε το πρόσωπο – Συναγερμός για τα viral παιχνίδια που πωλούνται και στην Ελλάδα (φωτογραφία)

- Advertisement -

Το φετινό καλοκαίρι η εικόνα είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Περίπου το 38% της ευρωπαϊκής γης βρίσκεται σε συνθήκες ξηρασίας, ενώ σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή περίπου το 30% των Ευρωπαίων και το 20% της ευρωπαϊκής επικράτειας αντιμετωπίζουν κάθε χρόνο συνθήκες λειψυδρίας. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος (EEA) θεωρεί ότι υπάρχει υδατική πίεση όταν χρησιμοποιείται το 20% των ανανεώσιμων πόρων γλυκού νερού. Όταν η εκμετάλλευση φτάνει το 40%, η κατάσταση χαρακτηρίζεται ως σοβαρή υδατική πίεση. Σε αρκετές περιοχές της Ευρώπης, τα επίπεδα έχουν ήδη ξεπεράσει αυτό το όριο.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ |  Νοροϊός: Το θαλασσινό που κρύβεται πίσω από 8 στις 10 εστίες μόλυνσης σύμφωνα με έρευνα – «Σώζει» το μπόλικο λεμόνι;

- Advertisement -

Η κατάσταση δεν οφείλεται μόνο στην άνοδο της θερμοκρασίας. Η Ευρώπη έχει δημιουργήσει εδώ και δεκαετίες ένα σύστημα που σε πολλές περιοχές καταναλώνει περισσότερο νερό από όσο μπορεί να αναπληρώσει η φύση. Η γεωργία, η βιομηχανία και η παραγωγή ενέργειας απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού, ενώ η ρύπανση ποταμών, λιμνών και υπόγειων υδροφορέων περιορίζει ακόμη περισσότερο την ποσότητα του νερού που μπορεί πραγματικά να χρησιμοποιηθεί.

Παράλληλα, τεράστιες ποσότητες πόσιμου νερού χάνονται πριν καν φτάσουν στις βρύσες των καταναλωτών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το Euronews, περίπου το 23,5% του επεξεργασμένου νερού χάνεται στα δημόσια δίκτυα ύδρευσης, κυρίως εξαιτίας παλαιών και ανεπαρκώς συντηρημένων υποδομών. Το ποσοστό παρουσιάζει μικρή βελτίωση σε σχέση με το περίπου 24% που είχε καταγραφεί στην έρευνα του 2021, ωστόσο παραμένει ιδιαίτερα υψηλό. «Χάνουμε τεράστιες ποσότητες επεξεργασμένου πόσιμου νερού μέσα από πεπαλαιωμένους αγωγούς, πριν αυτό φτάσει στις βρύσες των ανθρώπων», προειδοποιεί ο ευρωβουλευτής Thomas Bajada, εισηγητής της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Ανθεκτικότητα του Νερού.

Η Ευρώπη θερμαίνεται και στεγνώνει

Η κλιματική αλλαγή κάνει την κατάσταση ακόμη δυσκολότερη. Σύμφωνα με στοιχεία του Copernicus, οι θερμοκρασίες στην Ευρώπη αυξάνονται κατά περίπου 0,56°C ανά δεκαετία, έναντι περίπου 0,27°C παγκοσμίως. Η αύξηση της θερμοκρασίας σημαίνει μεγαλύτερη εξάτμιση του νερού από το έδαφος, περισσότερη ανάγκη για άρδευση και μεγαλύτερη πίεση στους ποταμούς, τις λίμνες και τους υπόγειους υδροφορείς.

Το 2024 οι ξηρασίες επηρέασαν περίπου 601.193 τετραγωνικά χιλιόμετρα ευρωπαϊκής γης. Από αυτή την έκταση, περίπου 33.518 τετραγωνικά χιλιόμετρα δασών και 87.567 τετραγωνικά χιλιόμετρα καλλιεργήσιμης γης υπέστησαν επιπτώσεις. Οι προβλέψεις για τις επόμενες δεκαετίες δεν είναι καλύτερες. Η EEA εκτιμά ότι έως το 2050 οι περίοδοι ξηρασίας θα ενταθούν, ενώ η αύξηση της εξάτμισης θα επιβαρύνει περαιτέρω τα διαθέσιμα αποθέματα.

Την ίδια στιγμή, η υπεράντληση μπορεί να επιδεινώσει και την ποιότητα του νερού. Όταν ένας υπόγειος υδροφορέας αντλείται υπερβολικά, μειώνεται η ποσότητα του νερού που μπορεί να αραιώσει τους ρύπους. Έτσι, οι συγκεντρώσεις θρεπτικών ουσιών και χημικών ρύπων μπορούν να αυξηθούν, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο μεταξύ λειψυδρίας και ρύπανσης.

Το ποσοστό της ευρωπαϊκής χερσαίας έκτασης που επηρεάζεται από ξηρασία μειώθηκε σημαντικά τον χειμώνα, για να αυξηθεί απότομα την άνοιξη και να φτάσει περίπου το 38% τον Ιούλιο του 2026. Πηγή: WISE Freshwater, Graph and Data by Elisabeth Heinz

Η «Στρατηγική Ανθεκτικότητας του Νερού» της ΕΕ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναγνωρίσει ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με προσωρινά μέτρα κατά τη διάρκεια των περιόδων ξηρασίας. Τον Ιούνιο του 2025 παρουσίασε τη «Water Resilience Strategy», μια στρατηγική με περισσότερες από 50 δράσεις, με στόχο να καταστήσει την Ευρώπη πιο ανθεκτική στην υδατική κρίση.

Η φιλοσοφία της στρατηγικής είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο η Ευρώπη αντιμετωπίζει το νερό. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για ένα περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά για θέμα δημόσιας υγείας, διατροφικής ασφάλειας, οικονομίας, ενέργειας και κοινωνικής ανθεκτικότητας. Ένας από τους βασικούς στόχους είναι η βελτίωση της αποδοτικότητας του νερού κατά 10% έως το 2030. Η ΕΕ δίνει έμφαση στην επαναχρησιμοποίηση του νερού, στη μείωση των διαρροών και στην αποτελεσματικότερη χρήση του στη γεωργία, τη βιομηχανία και τα δίκτυα ύδρευσης.

Η αρχή είναι χαρακτηριστική: «water efficiency first», δηλαδή πρώτα η εξοικονόμηση και η αποδοτικότερη χρήση του υπάρχοντος νερού και στη συνέχεια η αναζήτηση νέων πηγών, όπως η αφαλάτωση. Η ΕΕ θέλει επίσης να αξιοποιήσει περισσότερο την τεχνολογία. Έξυπνοι μετρητές, τεχνητή νοημοσύνη για την πρόβλεψη της ζήτησης, δορυφορική παρακολούθηση της υγρασίας του εδάφους, ψηφιακά συστήματα άρδευσης και τεχνολογίες εντοπισμού διαρροών αναμένεται να χρησιμοποιηθούν όλο και περισσότερο στη διαχείριση των υδάτινων πόρων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αποκατάσταση των φυσικών οικοσυστημάτων. Η λεγόμενη «sponge facility» αποσκοπεί στην ενίσχυση της ικανότητας των οικοσυστημάτων να συγκρατούν, να καθαρίζουν και να απελευθερώνουν σταδιακά το νερό. Η λογική είναι ότι ένα υγιές έδαφος, ένας υγρότοπος ή ένα φυσικό οικοσύστημα λειτουργεί σε κάποιο βαθμό σαν φυσικό «σφουγγάρι», συγκρατώντας νερό όταν υπάρχει και απελευθερώνοντάς το όταν χρειάζεται. Παράλληλα, η στρατηγική προβλέπει ενίσχυση της εφαρμογής της Οδηγίας-Πλαισίου για τα Ύδατα, με στόχο τη βελτίωση της οικολογικής κατάστασης των ποταμών και των λιμνών και τη μείωση της ρύπανσης.

Η Ευρώπη χάνει νερό, ενώ ανακυκλώνει ελάχιστο

Ένα ακόμη μεγάλο πρόβλημα είναι η περιορισμένη επαναχρησιμοποίηση των υδάτων. Παρά το γεγονός ότι η επεξεργασία λυμάτων μπορεί να μειώσει σημαντικά την ανάγκη άντλησης νέου νερού, σήμερα επαναχρησιμοποιείται μόλις περίπου το 2,4% των επεξεργασμένων αστικών λυμάτων στην Ευρώπη. Η διαφορά μεταξύ των κρατών είναι εντυπωσιακή. Η Κύπρος, για παράδειγμα, επαναχρησιμοποιεί σχεδόν το σύνολο των επεξεργασμένων λυμάτων της, ενώ η Μάλτα επαναχρησιμοποιεί περίπου 5% έως 10%. Και οι δύο χώρες έχουν στραφεί παράλληλα στην αφαλάτωση, η οποία πλέον παρέχει σχεδόν όλο το πόσιμο νερό τους.

Η Μεσόγειος βρίσκεται στην πρώτη γραμμή

Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης είναι αυτές που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη πίεση. Το θερμό και ξηρό κλίμα αυξάνει τη ζήτηση για νερό, κυρίως στη γεωργία, ακριβώς την περίοδο που οι φυσικές αναπληρώσεις είναι περιορισμένες. Σύμφωνα με την EEA, το 2023 η λειψυδρία επηρέασε το 28% της ευρωπαϊκής γης και το 32% του πληθυσμού της ΕΕ. Στη Νότια Ευρώπη, περίπου το 30% του πληθυσμού βρίσκεται αντιμέτωπο με μόνιμη υδατική πίεση, ενώ το καλοκαίρι το ποσοστό μπορεί να φτάσει το 70%.

Η τουριστική δραστηριότητα επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση. Σύμφωνα με την EEA, η κατανάλωση νερού από τουρίστες στις μεσογειακές περιοχές μπορεί να φτάσει από 300 έως και 2.000 λίτρα ανά άτομο την ημέρα, έναντι περίπου 125 λίτρων που αντιστοιχούν στην κατανάλωση των κατοίκων. Οι δύο χώρες που εμφανίζουν τα υψηλότερα επίπεδα υδατικής πίεσης είναι η Κύπρος και η Μάλτα. Το 2023 η Κύπρος χρησιμοποίησε το 92,1% των διαθέσιμων πόρων γλυκού νερού, ενώ η Μάλτα το 66,7%. Και τα δύο ποσοστά βρίσκονται πολύ πάνω από το όριο του 40% που χρησιμοποιεί η EEA για να χαρακτηρίσει μια περιοχή ως σοβαρά υδατικά πιεσμένη. Η εικόνα επιδεινώνεται και από την έκταση που επηρεάζεται από την ξηρασία. Μεταξύ 2020 και 2024, οι επιπτώσεις της ξηρασίας στην Κύπρο αυξήθηκαν στο 12,9% της επικράτειας, ενώ στη Μάλτα έφτασαν το 57,1%, από 6,5% το 2020.

Η Ελλάδα στην τρίτη θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης

Η Ελλάδα βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση στον ευρωπαϊκό χάρτη της λειψυδρίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος (EEA) για το 2023, η χώρα καταγράφει WEI+ 37,4%, το τρίτο υψηλότερο επίπεδο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, μετά την Κύπρο (92,1%) και τη Μάλτα (66,7%). Ο δείκτης αφορά τις χειρότερες εποχικές συνθήκες του έτους, και στην περίπτωση της Ελλάδας καταγράφηκαν στο τρίτο τρίμηνο, δηλαδή από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο. Το 37,4% σημαίνει ότι η χώρα βρέθηκε πολύ κοντά στο όριο του 40%, πάνω από το οποίο η EEA χαρακτηρίζει την υδατική πίεση ως σοβαρή και τη χρήση των διαθέσιμων πόρων δυνητικά μη βιώσιμη. Η ίδια η EEA επισημαίνει ότι η Ελλάδα, μαζί με τη Ρουμανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία και την Ισπανία, αντιμετωπίζει υδατική πίεση κυρίως κατά τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες, όταν η ζήτηση για νερό αυξάνεται και οι φυσικές παροχές περιορίζονται.

Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η γεωργία, ο τουρισμός και η αυξημένη θερινή ζήτηση συμπίπτουν χρονικά με τις περιόδους περιορισμένης διαθεσιμότητας νερού. Η EEA επισημαίνει ότι σε ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη η υδατική πίεση εντείνεται από τον συνδυασμό ξηρών καιρικών συνθηκών, μειωμένων παροχών και αυξημένων αντλήσεων για αρδευόμενη γεωργία, τουρισμό και άλλες δραστηριότητες.

Εποχιακές συνθήκες λειψυδρίας για τις ευρωπαϊκές χώρες το 2023, μετρούμενες με βάση τον δείκτη εκμετάλλευσης νερού συν (WEI+) – Πηγή: European Environmental Agency , Data and Graph by Elisabeth Heinz

Δεν είναι όμως μόνο πρόβλημα του Νότου

Η υδατική κρίση δεν περιορίζεται στη Μεσόγειο. Η Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη αντιμετωπίζουν διαφορετικού τύπου πιέσεις, κυρίως λόγω της βιομηχανίας και της παραγωγής ενέργειας. Το 2023 ο δείκτης WEI+ βρισκόταν στο 0,3% στη Σουηδία, στο 4,4% στη Γερμανία και στο 8% στην Πολωνία, επίπεδα που παραμένουν κάτω από το όριο της υδατικής πίεσης. Ωστόσο, η EEA επισημαίνει ότι τεχνολογικές αλλαγές, όπως πιο αποδοτικά συστήματα ψύξης και διαφορετικά καύσιμα, θα μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά τις ανάγκες άντλησης νερού.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της EEA, τέτοιες παρεμβάσεις, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας από μονάδες παραγωγής ενέργειας, μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να μειώσουν τις αντλήσεις νερού έως και 95%.

Το νερό συνδέεται άμεσα με το ρεύμα και το φαγητό

Η έλλειψη νερού δεν σημαίνει μόνο ότι μπορεί κάποια στιγμή να υπάρξουν περιορισμοί στην κατανάλωση των νοικοκυριών. Η κρίση επηρεάζει ολόκληρη την οικονομία. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αντιστοιχεί περίπου στο 33% των συνολικών αντλήσεων νερού στην Ευρώπη. Η μείωση της παροχής των ποταμών μπορεί να περιορίσει τη λειτουργία θερμικών και πυρηνικών μονάδων, αλλά και των υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων. Παράλληλα, η χαμηλή στάθμη των ποταμών μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στις εσωτερικές πλωτές μεταφορές.

Η γεωργία αντιστοιχεί περίπου στο 31% των συνολικών αντλήσεων νερού. Όσο το νερό λιγοστεύει, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος μειωμένων παραγωγών, οικονομικών απωλειών για τους αγρότες και διαταραχών στις αλυσίδες εφοδιασμού τροφίμων. Οι συνέπειες μπορούν να φτάσουν τελικά στο ράφι του καταναλωτή. Μειωμένη παραγωγή σημαίνει μικρότερη προσφορά και, σε συνδυασμό με άλλες πιέσεις, μπορεί να συμβάλει στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.

Η βιομηχανία αντιστοιχεί περίπου στο 14% των συνολικών αντλήσεων νερού στην ΕΕ. Κλάδοι όπως η χαλυβουργία, η παραγωγή χαρτιού και η βιομηχανία τροφίμων εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τη διαθεσιμότητα νερού. Όταν οι ποσότητες δεν επαρκούν, η παραγωγή μπορεί να περιοριστεί ή ακόμη και να διακοπεί προσωρινά.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει επισημάνει ότι περίπου το 34% των επιχειρηματικών δανείων στην ευρωζώνη χρηματοδοτεί δραστηριότητες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το νερό. Αυτό σημαίνει ότι η υδατική κρίση μπορεί να μετατραπεί από περιβαλλοντικό πρόβλημα σε οικονομικό και χρηματοπιστωτικό κίνδυνο.

Και τι σημαίνει τελικά για τους πολίτες;

Το 21% των συνολικών αντλήσεων νερού στην Ευρώπη αφορά τη δημόσια ύδρευση. Είναι το ποσοστό που συνδέεται πιο άμεσα με την καθημερινότητα των πολιτών. Σε περιόδους σοβαρής λειψυδρίας, οι κυβερνήσεις και οι τοπικές αρχές μπορεί να επιβάλλουν περιορισμούς στη χρήση νερού για δραστηριότητες όπως το πότισμα κήπων, ο καθαρισμός εξωτερικών χώρων ή άλλες μη απαραίτητες χρήσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί πρώτα η ύδρευση.

Οι μεγάλες πόλεις διαθέτουν συνήθως σχέδια αντιμετώπισης της ξηρασίας και δίνουν προτεραιότητα στην παροχή πόσιμου νερού. Πιο ευάλωτες μπορεί να είναι μικρότερες κοινότητες και νοικοκυριά που εξαρτώνται από ιδιωτικές γεωτρήσεις και πηγάδια, καθώς αυτές οι πηγές είναι συχνά λιγότερο ρυθμιζόμενες και περισσότερο εκτεθειμένες στην εξάντληση των υπόγειων υδάτων.

Η Ευρώπη έχει πλέον αναγνωρίσει ότι το νερό δεν είναι ένας ανεξάντλητος πόρος. Η νέα στρατηγική της ΕΕ επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος από την αντιμετώπιση της κρίσης όταν αυτή εμφανίζεται στην πρόληψη, την εξοικονόμηση, την επαναχρησιμοποίηση και την καλύτερη διαχείριση. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει δεσμεύσει 15 δισ. ευρώ για επενδύσεις που συνδέονται με τη στρατηγική, ποσό που χαρακτηρίζεται σημαντικό αλλά ανεπαρκές σε σχέση με το μέγεθος της πρόκλησης.

Το πραγματικό στοίχημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα υπάρχει νερό στις βρύσες τα επόμενα καλοκαίρια. Είναι αν η Ευρώπη θα καταφέρει να αλλάξει εγκαίρως τον τρόπο με τον οποίο παράγει τρόφιμα, παράγει ενέργεια, λειτουργεί τη βιομηχανία της και διαχειρίζεται το νερό, πριν η λειψυδρία από εποχικό πρόβλημα μετατραπεί σε μόνιμο περιορισμό για την οικονομία και την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.

Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Κανονισμός PPWR: Γιατί η βιομηχανία ζητά να σταματήσουν οι πρόσθετες απαιτήσεις από τις μεγάλες αλυσίδες

Μην ζητάτε περισσότερα από όσα προβλέπει ο PPWR», το μήνυμα της βιομηχανίας

Κρέας: Ανθεκτικό βακτήριο εντοπίστηκε σε προϊόντα, εργαζόμενους και καταναλωτές

Νέα μελέτη εντοπίζει πολυανθεκτικά στελέχη εντερόκοκκου και γενετικές ομοιότητες μεταξύ διαφορετικών πηγών