Το μέλι αποτελεί ένα από τα πλέον μελετημένα φυσικά τρόφιμα των τελευταίων ετών, καθώς η επιστημονική έρευνα εξετάζει ολοένα και περισσότερο τη σύνδεση της χημικής του σύστασης με βιολογικές δράσεις που αφορούν την ανθρώπινη υγεία. Τρεις πρόσφατες επιστημονικές ανασκοπήσεις, που δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά Nutrients και Applied Sciences της MDPI, συγκεντρώνουν τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τις αντιοξειδωτικές ιδιότητες του μελιού, την αλληλεπίδρασή του με το εντερικό μικροβίωμα και τη διερεύνηση του πιθανού ρόλου του σε μηχανισμούς που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ. Οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν από ερευνητικές ομάδες του Πανεπιστημίου της Γρανάδας και συνεργαζόμενων ερευνητικών ιδρυμάτων της Ισπανίας και της Ιταλίας, του Warsaw University of Life Sciences στην Πολωνία και του University of Agricultural Sciences and Veterinary Medicine Cluj-Napoca στη Ρουμανία.
Το μέλι δεν αποτελεί ένα χημικά ομοιογενές προϊόν. Η σύστασή του επηρεάζεται από τη βοτανική προέλευση του νέκταρ ή του μελιτώματος, τις κλιματικές συνθήκες, τη γεωγραφική περιοχή, το είδος των μελισσών, τον τρόπο επεξεργασίας και τις συνθήκες αποθήκευσης. Εκτός από τα φυσικά σάκχαρα και το νερό, περιέχει εκατοντάδες διαφορετικές ενώσεις, όπως οργανικά οξέα, αμινοξέα, πρωτεΐνες, ένζυμα, βιταμίνες, μέταλλα, καροτενοειδή και μεγάλο αριθμό φαινολικών ενώσεων. Οι πολυφαινόλες, ιδιαίτερα τα φλαβονοειδή και τα φαινολικά οξέα, θεωρούνται από τους σημαντικότερους παράγοντες που συμβάλλουν στις αντιοξειδωτικές ιδιότητες του μελιού.
Μεταξύ των συστατικών που έχουν καταγραφεί συχνότερα περιλαμβάνονται η κερκετίνη, η καεμφερόλη, η λουτεολίνη, η απιγενίνη, η χρυσίνη, η πινοκεμπρίνη, καθώς και τα καφεϊκό, φερουλικό, γαλλικό, χλωρογενικό και p-κουμαρικό οξύ. Η συγκέντρωση αυτών των ενώσεων διαφέρει σημαντικά μεταξύ των ποικιλιών μελιού. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα σκουρόχρωμα μέλια εμφανίζουν υψηλότερη περιεκτικότητα σε πολυφαινόλες, καροτενοειδή και ανόργανα στοιχεία συγκριτικά με τα ανοιχτόχρωμα, γεγονός που συνδέεται με αυξημένη αντιοξειδωτική ικανότητα.
Οι ανασκοπήσεις επισημαίνουν ότι η αντιοξειδωτική δράση του μελιού δεν αποδίδεται σε μία μόνο ουσία αλλά στη συνεργιστική δράση πολλών διαφορετικών βιοδραστικών συστατικών. Οι ενώσεις αυτές μπορούν να εξουδετερώνουν δραστικές μορφές οξυγόνου, να περιορίζουν την οξείδωση λιπιδίων και πρωτεϊνών και να υποστηρίζουν τη λειτουργία ενδογενών αντιοξειδωτικών ενζύμων. Παράλληλα, εξετάζεται η επίδρασή τους σε μοριακές οδούς που συμμετέχουν στη ρύθμιση της φλεγμονής και της κυτταρικής απόκρισης απέναντι στο οξειδωτικό στρες.
Η ποιότητα του μελιού αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα για τη διατήρηση των φυσικών χαρακτηριστικών του. Η περιεκτικότητα σε νερό, η οξύτητα, η ενζυμική δραστηριότητα, η ηλεκτρική αγωγιμότητα και η συγκέντρωση της 5-υδροξυμεθυλοφουρφουράλης (5-HMF) χρησιμοποιούνται διεθνώς ως δείκτες γνησιότητας, φρεσκάδας και σωστής αποθήκευσης. Η αυξημένη θερμική επεξεργασία ή η πολύχρονη αποθήκευση μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση της 5-HMF, ενώ η υψηλή υγρασία ευνοεί τη ζύμωση από ωσμοανθεκτικές ζύμες. Οι παράμετροι αυτές περιλαμβάνονται τόσο στο Codex Alimentarius όσο και στην ευρωπαϊκή νομοθεσία για το μέλι.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διερεύνηση της σχέσης του μελιού με το εντερικό μικροβίωμα. Σύμφωνα με την ανασκόπηση του Warsaw University of Life Sciences, ορισμένοι ολιγοσακχαρίτες και πολυφαινόλες του μελιού λειτουργούν ως πρεβιοτικά υποστρώματα, ενισχύοντας την ανάπτυξη ωφέλιμων μικροοργανισμών, κυρίως των γενών Lactobacillus και Bifidobacterium. Η μεταβολική δραστηριότητα αυτών των βακτηρίων οδηγεί στην παραγωγή λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου, τα οποία συμμετέχουν στη διατήρηση της φυσιολογικής λειτουργίας του εντερικού επιθηλίου και στη ρύθμιση ανοσολογικών διεργασιών.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι, σύμφωνα με τον ορισμό της International Scientific Association of Probiotics and Prebiotics, το μέλι δεν ταξινομείται ως προβιοτικό τρόφιμο, επειδή δεν αποτελεί τυποποιημένο προϊόν που περιέχει καθορισμένα στελέχη ζωντανών μικροοργανισμών σε συγκεκριμένες συγκεντρώσεις με τεκμηριωμένο όφελος για την υγεία. Ωστόσο, μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας προβιοτικών μικροοργανισμών, συμβάλλοντας στη διατήρηση της βιωσιμότητάς τους κατά τη διέλευση από το γαστρεντερικό σύστημα. Σε ανεπεξέργαστο μέλι έχουν επίσης ανιχνευθεί βακτήρια γαλακτικού οξέος που προέρχονται από τη φυσική μικροχλωρίδα των μελισσών, χωρίς όμως τα διαθέσιμα δεδομένα να επαρκούν ώστε το προϊόν να χαρακτηριστεί προβιοτικό.
Η πιθανή επίδραση του μελιού στη λειτουργία του εγκεφάλου αποτελεί ένα ακόμη πεδίο έντονης ερευνητικής δραστηριότητας. Η ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nutrients από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Γρανάδας και συνεργαζόμενων ιδρυμάτων αξιολόγησε τις διαθέσιμες μελέτες σχετικά με τη νόσο Αλτσχάιμερ και τους μοριακούς μηχανισμούς στους οποίους ενδέχεται να συμμετέχουν τα βιοδραστικά συστατικά του μελιού. Η βιβλιογραφική αναζήτηση πραγματοποιήθηκε στις βάσεις PubMed, Scopus και Web of Science και, μετά την εφαρμογή συγκεκριμένων κριτηρίων επιλογής, συμπεριλήφθηκαν 27 μοναδικές δημοσιεύσεις.
Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε μηχανισμούς που χαρακτηρίζουν τη νευροεκφυλιστική διαδικασία, όπως το οξειδωτικό στρες, η δυσλειτουργία των μιτοχονδρίων, η χρόνια φλεγμονή, η απόπτωση των νευρικών κυττάρων, η συσσώρευση β-αμυλοειδούς, η υπερφωσφορυλίωση της πρωτεΐνης tau και οι διαταραχές στη νευροδιαβίβαση. Τα διαθέσιμα πειραματικά δεδομένα δείχνουν ότι ορισμένες ποικιλίες μελιού μπορούν να επηρεάσουν περισσότερους από έναν βιολογικούς στόχους ταυτόχρονα, γεγονός που διαφοροποιεί το μέλι από μεμονωμένες δραστικές ουσίες που δρουν σε έναν μόνο μηχανισμό.
Στις εργαστηριακές και ζωικές μελέτες καταγράφηκαν ενδείξεις περιορισμού της παραγωγής δραστικών μορφών οξυγόνου, ενίσχυσης της δραστηριότητας ενδογενών αντιοξειδωτικών συστημάτων, μείωσης δεικτών οξειδωτικής βλάβης και τροποποίησης μοριακών οδών που σχετίζονται με την κυτταρική άμυνα απέναντι στο οξειδωτικό στρες. Παράλληλα, έχουν αναφερθεί επιδράσεις στη φλεγμονώδη απόκριση, καθώς και στη λειτουργία ενζύμων που συμμετέχουν στη νευροδιαβίβαση, χωρίς όμως να υπάρχουν ακόμη επαρκή κλινικά δεδομένα που να επιβεβαιώνουν αντίστοιχα οφέλη στον άνθρωπο.
Η βοτανική προέλευση του μελιού αναφέρεται ως καθοριστικός παράγοντας για τη βιολογική του δραστικότητα. Στις μελέτες που αξιολογήθηκαν εξετάστηκαν ποικιλίες όπως manuka, tualang, αβοκάντο, καστανιάς, καφέ, ακακίας και άλλες, οι οποίες εμφανίζουν διαφορετικό προφίλ πολυφαινολών και, κατά συνέπεια, διαφορετική αντιοξειδωτική και βιολογική συμπεριφορά. Η διαφοροποίηση αυτή εξηγεί γιατί τα αποτελέσματα μιας ποικιλίας δεν μπορούν να γενικευθούν σε όλα τα είδη μελιού.
Η ειδική έκδοση του περιοδικού Applied Sciences που επιμελήθηκαν ερευνητές του University of Agricultural Sciences and Veterinary Medicine Cluj-Napoca παρουσιάζει ακόμη μία διάσταση της έρευνας γύρω από τα προϊόντα της μέλισσας. Συνοψίζονται πρόσφατες εργασίες που εξετάζουν νέες αναλυτικές τεχνικές για τον προσδιορισμό των φαινολικών ενώσεων, τη χρήση των πολυφαινολών ως δεικτών αυθεντικότητας και γεωγραφικής προέλευσης, την επίδραση του υψομέτρου στη χημική σύσταση των ανθόμελων, καθώς και καινοτόμες τεχνολογίες για την αξιοποίηση του μελιού σε εφαρμογές τροφίμων και επούλωσης τραυμάτων.
Τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι η αντιοξειδωτική ικανότητα του μελιού δεν εξαρτάται μόνο από την περιεκτικότητα σε συνολικές πολυφαινόλες αλλά και από τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση, τη γεωγραφική προέλευση, τη χλωρίδα της περιοχής και τις συνθήκες παραγωγής. Η χρήση σύγχρονων αναλυτικών μεθόδων επιτρέπει την ακριβέστερη ταυτοποίηση των βιοδραστικών συστατικών και συμβάλλει στην αξιολόγηση της αυθεντικότητας και της ποιότητας των προϊόντων.
Παράλληλα, οι τρεις ανασκοπήσεις επισημαίνουν ότι τα διαθέσιμα δεδομένα προέρχονται κυρίως από εργαστηριακά πειράματα, κυτταρικές καλλιέργειες και ζωικά μοντέλα. Οι κλινικές μελέτες σε ανθρώπους παραμένουν περιορισμένες και δεν επαρκούν για την τεκμηρίωση θεραπευτικών ισχυρισμών σχετικά με τη νόσο Αλτσχάιμερ ή άλλες χρόνιες παθήσεις. Η υπάρχουσα βιβλιογραφία υποστηρίζει τη συνέχιση της έρευνας με καλά σχεδιασμένες κλινικές δοκιμές, ώστε να αξιολογηθούν η αποτελεσματικότητα, οι κατάλληλες ποσότητες κατανάλωσης και οι πιθανές διαφοροποιήσεις μεταξύ των ποικιλιών μελιού.
Πηγές
- https://www.mdpi.com/2076-3417/16/13/6329
- https://www.mdpi.com/2076-3417/16/11/5470
- https://www.mdpi.com/2072-6643/17/16/2577