Μελέτη στο Nutrients καταγράφει εργαστηριακά ευρήματα που δείχνουν αντικαρκινική δράση του εκχυλίσματος φύλλων ελιάς σε όγκους της παιδικής ηλικίας
Το εκχύλισμα φύλλων ελιάς, μια ουσία γνωστή κυρίως από τη χρήση της ως συμπλήρωμα διατροφής, βρίσκεται στο επίκεντρο νέων ερευνητικών προσπαθειών για την πιθανή αξιοποίησή του στην ογκολογία. Σύμφωνα με ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients από ερευνητές του IRCCS Istituto Giannina Gaslini της Γένοβας στην Ιταλία, το εκχύλισμα εμφανίζει αντικαρκινικές ιδιότητες σε πειραματικά μοντέλα όγκων σε παιδιά και θα μπορούσε μελλοντικά να αξιοποιηθεί ως συμπληρωματική θεραπεία δίπλα στις καθιερωμένες αντικαρκινικές αγωγές.
Η ανασκόπηση εξετάζει τα διαθέσιμα δεδομένα για τις βιολογικές επιδράσεις του εκχυλίσματος φύλλων ελιάς, γνωστού διεθνώς ως Olive Leaf Extract (OLE), με ιδιαίτερη έμφαση στους παιδιατρικούς καρκίνους, όπως το νευροβλάστωμα και οι οξείες λευχαιμίες. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα φύλλα της ελιάς περιέχουν υψηλότερες συγκεντρώσεις βιοδραστικών ενώσεων σε σύγκριση με τον καρπό και το ελαιόλαδο. Ανάμεσα στις σημαντικότερες ουσίες βρίσκονται η ελευρωπαΐνη, η υδροξυτυροσόλη, η τυροσόλη, καθώς και διάφορα φλαβονοειδή και φαινολικά οξέα. Οι ενώσεις αυτές έχουν συσχετιστεί με αντιοξειδωτική, αντιφλεγμονώδη, αντιμικροβιακή, αντιιική και αντικαρκινική δράση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δεδομένα για το νευροβλάστωμα, έναν από τους συχνότερους συμπαγείς παιδιατρικούς όγκους. Εργαστηριακές μελέτες έδειξαν ότι το εκχύλισμα φύλλων ελιάς μπορεί να μειώσει την επιβίωση των καρκινικών κυττάρων, να επιβραδύνει τον πολλαπλασιασμό τους και να ενεργοποιήσει μηχανισμούς προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου. Παράλληλα, φάνηκε να μειώνει την κινητικότητα των καρκινικών κυττάρων, περιορίζοντας την ικανότητά τους να εξαπλώνονται. Τα αποτελέσματα αυτά παρατηρήθηκαν τόσο σε συμβατικές κυτταρικές καλλιέργειες όσο και σε τρισδιάστατα μοντέλα που προσομοιάζουν καλύτερα τη δομή των πραγματικών όγκων.
Η μελέτη αναφέρει επίσης ότι το εκχύλισμα ενίσχυσε τη δράση της τοποτεκάνης, ενός χημειοθεραπευτικού φαρμάκου που χρησιμοποιείται σε παιδιά με νευροβλάστωμα υψηλού κινδύνου. Ο συνδυασμός των δύο ουσιών οδήγησε σε μεγαλύτερη μείωση της βιωσιμότητας των καρκινικών κυττάρων σε σύγκριση με τη χορήγηση κάθε παράγοντα ξεχωριστά. Αντίστοιχα ευρήματα προέκυψαν και για την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία Β-κυττάρων (B-ALL), τη συχνότερη μορφή παιδικού καρκίνου. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το εκχύλισμα μπορούσε να προκαλέσει απόπτωση, δηλαδή θάνατο των λευχαιμικών κυττάρων, όχι μόνο σε κυτταρικές σειρές αλλά και σε δείγματα λευχαιμικών κυττάρων που προέρχονταν από παιδιά ασθενείς, ακόμη και σε περιπτώσεις υποτροπής της νόσου. Στα πειράματα αυτά, ο συνδυασμός του εκχυλίσματος με κυταραβίνη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται στη θεραπεία υποτροπιαζουσών ή ανθεκτικών λευχαιμιών, εμφάνισε ισχυρότερη αντικαρκινική δράση σε σχέση με κάθε θεραπεία μόνη της. Το ίδιο αποτέλεσμα δεν παρατηρήθηκε όταν το εκχύλισμα συνδυάστηκε με κυκλοφωσφαμίδη.
Πέρα από την άμεση δράση στα καρκινικά κύτταρα, το εκχύλισμα φαίνεται να επηρεάζει και το ανοσοποιητικό σύστημα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην ανασκόπηση, ορισμένα συστατικά του μπορούν να ενισχύσουν τη δραστηριότητα ανοσοκυττάρων που συμμετέχουν στην αναγνώριση και καταστροφή όγκων, όπως τα Τ-λεμφοκύτταρα και τα φυσικά κύτταρα-φονείς (NK cells). Παράλληλα, φαίνεται να τροποποιούν τη συμπεριφορά άλλων κυττάρων του ανοσοποιητικού που συχνά συμβάλλουν στην ανάπτυξη των όγκων.
Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι τα περισσότερα διαθέσιμα δεδομένα προέρχονται από εργαστηριακές και προκλινικές μελέτες. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επαρκείς κλινικές μελέτες σε παιδιά που να αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια του εκχυλίσματος ως αντικαρκινικής θεραπείας. Επίσης, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για πιθανές αλληλεπιδράσεις με τα αντικαρκινικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην παιδιατρική ογκολογία.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το εκχύλισμα φύλλων ελιάς θα μπορούσε στο μέλλον να αξιοποιηθεί ως συμπληρωματικός παράγοντας σε θεραπευτικά σχήματα για παιδιατρικούς καρκίνους, με στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των συμβατικών θεραπειών. Ωστόσο, τονίζουν ότι απαιτούνται κλινικές δοκιμές για να επιβεβαιωθεί αν τα αποτελέσματα που έχουν παρατηρηθεί στο εργαστήριο μπορούν να μεταφραστούν σε πραγματικό όφελος για τους ασθενείς.