Περισσότερα από τα μισά χημικά των πλαστικών που αξιολογήθηκαν ως υψηλού κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία δεν καλύπτονται από σχετικές ρυθμίσεις, σύμφωνα με νέα έκθεση της Environmental Justice Foundation (EJF). Η ανάλυση εξετάζει χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σε καθημερινά πλαστικά προϊόντα, από συσκευασίες τροφίμων και δοχεία μεταφοράς γευμάτων έως παιχνίδια, υφάσματα και είδη προσωπικής υγιεινής, αναδεικνύοντας σημαντικά κενά τόσο στη γνώση των επιπτώσεών τους όσο και στον τρόπο με τον οποίο ελέγχονται.
Η έκθεση, που δημοσιεύθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, αξιοποιεί δεδομένα από τη βάση PlastChem, η οποία περιλαμβάνει πληροφορίες για περισσότερες από 16.000 χημικές ουσίες που συνδέονται με τα πλαστικά. Σύμφωνα με την ανάλυση, το 79,2% των χημικών ουσιών που εξετάστηκαν δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για την αξιολόγηση της τοξικότητάς του για τον άνθρωπο, της έκθεσης σε αυτό ή και των δύο. Από τις ουσίες που αξιολογήθηκαν με βάση την τοξικότητα και την πιθανή έκθεση, το 92,8% χαρακτηρίστηκε ως υψηλού κινδύνου.
Οι αριθμοί αυτοί δεν σημαίνουν ότι όλες οι συγκεκριμένες ουσίες έχουν αποδειχθεί ότι προκαλούν βλάβη στους ανθρώπους υπό τις πραγματικές συνθήκες χρήσης. Αναδεικνύουν, όμως, την έκταση των πιθανών κινδύνων και την έλλειψη δεδομένων που θα επέτρεπαν μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση της ασφάλειάς τους.
Καρκίνος, ορμονικές διαταραχές και επιπτώσεις στην αναπαραγωγή
Οι ουσίες που εξετάζει η έκθεση περιλαμβάνουν χημικά γνωστά ή ύποπτα για σύνδεση με καρκίνο, βλάβες σε ζωτικά όργανα, διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος, προβλήματα γονιμότητας και ανάπτυξης, καθώς και χρόνιες ασθένειες. Ορισμένες από αυτές μπορεί να χρησιμοποιούνται σκόπιμα στην παραγωγή πλαστικών, για παράδειγμα για να προσδίδουν συγκεκριμένες ιδιότητες στο υλικό, ενώ άλλες μπορεί να υπάρχουν ως ανεπιθύμητα συστατικά ή παραπροϊόντα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ασφάλεια τροφίμων παρουσιάζουν οι χημικές ουσίες που περιέχονται σε υλικά τα οποία έρχονται σε επαφή με τρόφιμα. Ανάλογα με τη σύνθεση του υλικού και τις συνθήκες χρήσης, ορισμένες ουσίες μπορούν να μεταφερθούν από τη συσκευασία στο τρόφιμο. Η έκθεση μέσω της διατροφής αποτελεί μία από τις πιθανές οδούς πρόσληψης, μαζί με την επαφή με άλλα καταναλωτικά προϊόντα και το περιβάλλον. Ωστόσο, η παρουσία μιας ουσίας σε ένα πλαστικό δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι μεταφέρεται σε επικίνδυνη ποσότητα στο τρόφιμο ή ότι προκαλεί συγκεκριμένη ασθένεια.
Σύμφωνα με την EJF, περίπου οι μισές από τις χημικές ουσίες που χαρακτηρίστηκαν υψηλού κινδύνου δεν υπόκεινται σε σχετική ρύθμιση ούτε σε διεθνές επίπεδο ούτε στις τέσσερις δικαιοδοσίες που εξετάστηκαν στη βάση PlastChem, δηλαδή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και την Καλιφόρνια.
Έλεγχοι πριν από την κυκλοφορία στην αγορά
Η οργάνωση ζητά αυστηρότερη εποπτεία των επικίνδυνων χημικών σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής των πλαστικών, μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς τη σύνθεση των προϊόντων και καλύτερη ιχνηλασιμότητα των ουσιών που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή τους. Μεταξύ των προτάσεων περιλαμβάνεται η εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης, με ελέγχους ασφάλειας πριν από την κυκλοφορία μιας χημικής ουσίας στην αγορά, αντί η αξιολόγηση να βασίζεται αποκλειστικά σε στοιχεία που συγκεντρώνονται εκ των υστέρων.
Η έκθεση προτείνει επίσης περιορισμούς σε επικίνδυνα και μη απαραίτητα πλαστικά προϊόντα, βελτίωση του σχεδιασμού τους ώστε να προστατεύεται η ανθρώπινη υγεία και ενίσχυση ασφαλών συστημάτων επαναχρησιμοποίησης και επαναπλήρωσης. Παράλληλα, ζητά περισσότερη επιστημονική έρευνα για τις επιπτώσεις των χημικών των πλαστικών στην υγεία και στο περιβάλλον.
Η έκθεση δεν αποτελεί νέα κανονιστική απόφαση ούτε αποδεικνύει ότι κάθε πλαστική συσκευασία είναι επικίνδυνη. Αναδεικνύει, ωστόσο, ένα σημαντικό πρόβλημα για την προστασία των καταναλωτών: πολλές χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σε προϊόντα καθημερινής χρήσης εξακολουθούν να συνοδεύονται από ανεπαρκή δεδομένα για την ασφάλειά τους και από κενά στη ρυθμιστική εποπτεία.