Οι συσκευασίες τροφίμων που χρησιμοποιούνται στις υπηρεσίες delivery μπορούν να απελευθερώνουν μικροπλαστικά, τα οποία ενδέχεται να καταλήγουν στο φαγητό των καταναλωτών. Νέα επιστημονική μελέτη εξέτασε διαφορετικούς τύπους δοχείων μεταφοράς τροφίμων και υπολόγισε ότι η συστηματική κατανάλωση συγκεκριμένων γευμάτων delivery μπορεί να συνδέεται με έκθεση σε περίπου 3.478 μικροπλαστικά σωματίδια ετησίως, υπό τις παραδοχές που χρησιμοποίησαν οι ερευνητές για τη συχνότητα παραγγελιών.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ελλάδα – LIDL: Κατασχέθηκαν από τις Αρχές και καταστράφηκαν γαλακτομπούρεκα ιδιωτικής ετικέτας
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στις 2 Ιουνίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Food Science and Technology, με τίτλο «Microplastics released from disposable food containers: characterization by micro-FTIR and estimation of dietary exposure». Οι επιστήμονες διερεύνησαν την απελευθέρωση μικροπλαστικών από συσκευασίες διαφορετικών υλικών, μεγεθών και σχημάτων, χρησιμοποιώντας εργαστηριακές μεθόδους ταυτοποίησης και καταμέτρησης των σωματιδίων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Καφές: Νέος σοβαρός συναγερμός στην ΕΕ για αλεσμένο προϊόν με δυνητικά καρκινογόνο ουσία 116,7% πάνω από το όριο
Στην πειραματική διαδικασία συμπεριλήφθηκαν 16 τύποι συσκευασιών μίας χρήσης που χρησιμοποιούνται στην αγορά, όπως δοχεία σούπας, συσκευασίες φαγητού, κύπελλα και περιέκτες σάλτσας. Εξετάστηκαν επίσης επαναχρησιμοποιούμενα δοχεία για συγκριτική αξιολόγηση. Τα υλικά περιλάμβαναν πολυπροπυλένιο, πολυαιθυλένιο, πολυστυρένιο και τερεφθαλικό πολυαιθυλένιο. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με μικροφασματοσκοπία υπερύθρου μετασχηματισμού Fourier (micro-FTIR), τεχνική που επιτρέπει την αναγνώριση της χημικής σύστασης των πλαστικών σωματιδίων.
Μικροπλαστικά ανιχνεύθηκαν σε όλους τους τύπους δοχείων που εξετάστηκαν, αλλά οι συσκευασίες μίας χρήσης παρουσίασαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερες ποσότητες από τις επαναχρησιμοποιούμενες. Το 48% των αναγνωρισμένων σωματιδίων αποτελούνταν από PET, το 28% από πολυπροπυλένιο και το 10% από πολυαιθυλένιο. Σε ένα δοχείο σούπας από πολυπροπυλένιο καταγράφηκαν κατά μέσο όρο 29,7 μικροπλαστικά σωματίδια, η υψηλότερη τιμή μεταξύ των εξεταζόμενων συσκευασιών.
Η κατανομή των σωματιδίων ανά μέγεθος έδειξε ότι το 45% είχε διαστάσεις μεταξύ 20 και 49 μικρομέτρων, ενώ το 27% βρισκόταν μεταξύ 50 και 99 μικρομέτρων. Συνολικά, περίπου το 72% των μικροπλαστικών ανήκε στην περιοχή 20–99 μικρομέτρων. Η μέθοδος δεν επέτρεπε αξιόπιστη καταγραφή μικρότερων σωματιδίων, επομένως η πιθανή παρουσία νανοπλαστικών δεν μπορούσε να αξιολογηθεί πλήρως από τις συγκεκριμένες μετρήσεις.
Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στους παράγοντες που επηρεάζουν την απελευθέρωση μικροπλαστικών. Οι ερευνητές διαπίστωσαν θετική συσχέτιση μεταξύ της εσωτερικής επιφάνειας των δοχείων και του αριθμού των σωματιδίων, με συντελεστή συσχέτισης 0,699. Το εύρημα υποστηρίζει την πιθανή συμμετοχή της επιφανειακής τριβής. Αντίθετα, η έκθεση επιλεγμένων συσκευασιών σε νερό θερμοκρασίας 100°C δεν προκάλεσε στατιστικά σημαντική αύξηση συγκριτικά με τους 20°C στις συγκεκριμένες πειραματικές συνθήκες.
Επειδή η έρευνα έγινε στην Κορέα, για την εκτίμηση της έκθεσης, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν ένα τυπικό κορεατικό γεύμα delivery, αποτελούμενο από σούπα, ρύζι και δύο συνοδευτικά. Υπολόγισαν περίπου 41,8 μικροπλαστικά σωματίδια ανά παραγγελία. Με υποθετική συχνότητα 1,6 παραγγελιών εβδομαδιαίως, η ετήσια έκθεση εκτιμήθηκε σε 3.478 σωματίδια. Ο αριθμός αποτελεί υπολογιστική εκτίμηση για συγκεκριμένο συνδυασμό συσκευασιών και καταναλωτικών συνηθειών, χωρίς να μπορεί να γενικευθεί σε κάθε γεύμα delivery.
Οι μετρήσεις τεκμηριώνουν την απελευθέρωση μικροπλαστικών από συσκευασίες τροφίμων, χωρίς να προσδιορίζουν τις επιπτώσεις της συγκεκριμένης έκθεσης στην ανθρώπινη υγεία. Η μελέτη δεν περιλάμβανε κλινική αξιολόγηση καταναλωτών ούτε υπολογισμό τοξικολογικού κινδύνου. Οι ερευνητές προτείνουν βελτιώσεις στον σχεδιασμό των συσκευασιών και μεγαλύτερη χρήση επαναχρησιμοποιούμενων δοχείων, επισημαίνοντας την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης της απελευθέρωσης και της διατροφικής πρόσληψης μικροπλαστικών.
Η εργασία προσφέρει συγκεκριμένα δεδομένα για τη σύγκριση υλικών συσκευασίας και τη διερεύνηση πιθανών πηγών επιμόλυνσης κατά τη μεταφορά τροφίμων. Για τις επιχειρήσεις εστίασης και τους παραγωγούς συσκευασιών, τα αποτελέσματα μπορούν να αξιοποιηθούν στην αξιολόγηση εναλλακτικών υλικών και σχεδιαστικών χαρακτηριστικών. Παραμένει αναγκαία η διεξαγωγή πρόσθετων μελετών σε πραγματικές συνθήκες διανομής, με διαφορετικά τρόφιμα, χρόνους επαφής και θερμοκρασίες, ώστε να εκτιμηθεί πληρέστερα η έκθεση των καταναλωτών.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ