Νέα κοινή έκθεση των EFSA και ECDC για το 2023-2024 κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την ανθεκτικότητα των βακτηρίων στα αντιβιοτικά
Η μάχη ενάντια στα υπερβακτήρια παραμένει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την επιστήμη και την κοινωνία στον 21ο αιώνα. Σύμφωνα με την ετήσια επιστημονική έκθεση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC) τα δεδομένα για τη μικροβιακή αντοχή (AMR) στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζουν μια σύνθετη εικόνα. Η επιστημονική καταγραφή που αφορά την περίοδο 2023-2024 δείχνει ότι ενώ σε ορισμένους τομείς οι προσπάθειες περιορισμού αποδίδουν καρπούς η ανθεκτικότητα σε κρίσιμα αντιβιοτικά για τον άνθρωπο παραμένει σε ανησυχητικά επίπεδα. Το κείμενο αναφέρει ότι η σαλμονέλα και το καμπυλοβακτηρίδιο συνεχίζουν να εμφανίζουν ισχυρή αντίσταση σε φάρμακα που αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας για τη θεραπεία των λοιμώξεων. Η μικροβιακή αντοχή αποτελεί έναν «σιωπηλό πανδημικό κίνδυνο» καθώς περιορίζει τις θεραπευτικές επιλογές των γιατρών. Η έκθεση επισημαίνει ότι η χρήση αντιβιοτικών στην κτηνοτροφία συνδέεται άμεσα με την εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών που μεταφέρονται στον άνθρωπο μέσω της τροφικής αλυσίδας. Η διασφάλιση της υγείας απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση (One Health) που θα λαμβάνει υπόψη την αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων ζώων και περιβάλλοντος. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η αντοχή σε κοινά αντιβιοτικά όπως η αμπικιλλίνη και οι τετρακυκλίνες παραμένει πολύ υψηλή στις περισσότερες χώρες της ΕΕ.
Το πρόβλημα με το καμπυλοβακτηρίδιο
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα της έκθεσης αφορά το καμπυλοβακτηρίδιο το οποίο αποτελεί την πιο συχνή αιτία τροφιμογενών λοιμώξεων στην Ευρώπη. Τα στελέχη C. jejuni και C. coli παρουσιάζουν εξαιρετικά υψηλά επίπεδα αντοχής στη σιπροφλοξασίνη ένα αντιβιοτικό που ανήκει στην κατηγορία των φθοριοκινολονών. Η θεραπευτική εμπλοκή είναι πλέον γεγονός καθώς οι επιστήμονες τονίζουν ότι οι ουσίες αυτές δεν μπορούν πλέον να συστηθούν ως αξιόπιστη λύση για τη θεραπεία αυτών των λοιμώξεων στους ανθρώπους. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η αντοχή στη σιπροφλοξασίνη αυξήθηκε σημαντικά την τελευταία δεκαετία. Η επιδημιολογική παρακολούθηση δείχνει ότι η κατάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη στα πουλερικά όπου τα επίπεδα ανθεκτικότητας είναι συχνά πάνω από το 50%. Αυτό το δεδομένο υπογραμμίζει την ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους στη χορήγηση αντιβιοτικών στις πτηνοτροφικές μονάδες και για την αναζήτηση εναλλακτικών μεθόδων πρόληψης των ασθενειών στα ζώα.
Σαλμονέλα και E. coli
Στον αντίποδα η κατάσταση με τη σαλμονέλα και το βακτήριο E. coli παρουσιάζει ορισμένες ενθαρρυντικές τάσεις. Παρόλο που η αντοχή στην αμπικιλλίνη και τις σουλφοναμίδες παραμένει υψηλή παρατηρήθηκε μείωση σε αρκετές χώρες την περίοδο 2014-2024. Η στατιστική βελτίωση αποδίδεται στα αυστηρά μέτρα που έχουν ληφθεί για τον περιορισμό της προληπτικής χρήσης αντιβιοτικών στα ζώα παραγωγής. Ο δείκτης «πλήρους ευαισθησίας» (complete susceptibility) ο οποίος μετρά το ποσοστό των βακτηρίων που δεν είναι ανθεκτικά σε κανένα αντιβιοτικό δείχνει μια αργή αλλά σταθερή άνοδο σε ορισμένα κράτη μέλη. Ωστόσο οι ερευνητές της EFSA προειδοποιούν για την εμφάνιση στελεχών E. coli που παράγουν καρβαπενεμάσες. Οι καρβαπενέμες θεωρούνται αντιβιοτικά «έσχατης λύσης» και η ανίχνευση ανθεκτικών στελεχών σε κοτόπουλα χοίρους και μοσχάρια σε οκτώ κράτη μέλη αποτελεί σοβαρό λόγο ανησυχίας. Η προληπτική παρακολούθηση αυτών των στελεχών είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί η διασπορά τους στα νοσοκομεία και στην κοινότητα.
Η έκθεση αναφέρεται επίσης στον ανθεκτικό στη μεθικιλλίνη χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο (MRSA) ο οποίος συνεχίζει να εντοπίζεται σε ζώα και τρόφιμα. Ο κλώνος CC398 ο οποίος σχετίζεται άμεσα με το ζωικό κεφάλαιο είναι ο πιο συχνά αναφερόμενος στην Ευρώπη. Παράλληλα τα επίπεδα αντοχής των εντερόκοκκων στην ερυθρομυκίνη παραμένουν υψηλά γεγονός που περιπλέκει τη διαχείριση σοβαρών νοσοκομειακών λοιμώξεων. Η μικροβιακή επιτήρηση επεκτείνεται πλέον σε περισσότερα είδη για να υπάρχει μια πλήρης εικόνα των κινδύνων. Η επαγγελματική ευθύνη των κτηνιάτρων και των γιατρών είναι καθοριστική για τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας των υπαρχόντων φαρμάκων. Η ορθή χρήση των αντιβιοτικών και η τήρηση των κανόνων υγιεινής σε όλα τα στάδια της παραγωγής τροφίμων μπορούν να περιορίσουν τη διασπορά των ανθεκτικών μικροβίων.