Ασφαλές για τους εργαζόμενους και αποτελεσματικό κατά του νοροϊού σε καθαρές επιφάνειες
Ο νοροϊός είναι η κύρια αιτία τροφιμογενών ασθενειών παγκοσμίως, υπεύθυνος για περίπου 685 εκατομμύρια κρούσματα γαστρεντερίτιδας ετησίως και 200.000 θανάτους, κυρίως σε παιδιά κάτω των 5 ετών σε αναπτυσσόμενες χώρες. Επιβιώνει σε επιφάνειες για ώρες ή και ημέρες, αντέχει σε πολλά κοινά απολυμαντικά και δεν υπάρχει εμβόλιο ή ειδική θεραπεία. Μεγάλες εξάρσεις σε κρουαζιερόπλοια, νοσοκομεία, σχολεία και μονάδες τροφίμων αναδεικνύουν διαρκώς την ανάγκη για αποτελεσματικές στρατηγικές απολύμανσης επιφανειών. Νέα μελέτη ερευνητών του Εθνικού Πανεπιστημίου Σιγκαπούρης που δημοσιεύτηκε στο Applied and Environmental Microbiology εξετάζει αν η υπεριώδης ακτινοβολία UV-C μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη και ασφαλή λύση.
Η μελέτη συνέκρινε δύο μήκη κύματος UV-C: το κλασικό UV-C 254 nm που χρησιμοποιείται ευρέως σε περιβάλλοντα τροφίμων αλλά απαιτεί ελεγχόμενη έκθεση λόγω βλάβης σε δέρμα και μάτια, και το UV-C 222 nm που ανήκει στην κατηγορία far-UV-C και έχει αποδειχθεί ότι δεν διεισδύει αρκετά βαθιά στους ζωντανούς ιστούς για να προκαλέσει βλάβη. Οι ερευνητές δοκίμασαν και τα δύο κατά τεσσάρων στελεχών νοροϊού Γονότυπου ΙΙ και δύο υποκατάστατων ιών, σε τρεις συνθήκες: σε σταγονίδια σε τρυβλία Petri, σε επιφάνειες ανοξείδωτου χάλυβα και σε δέρμα χοίρου ως προσέγγιση του ανθρώπινου δέρματος.
Τι λειτουργεί και τι όχι
Σε καθαρές, υγρές επιφάνειες, το UV-C 222 nm έδειξε συγκρίσιμη ή και καλύτερη αποτελεσματικότητα από το UV-C 254 nm στη μείωση της μολυσματικότητας του νοροϊού, ενώ αποδείχθηκε σημαντικά αποτελεσματικότερο στην καταστροφή της καψιδιακής πρωτεΐνης του ιού, δηλαδή αυτής που του επιτρέπει να εισέλθει στα κύτταρα. Ωστόσο, και τα δύο μήκη κύματος έδειξαν σημαντικά μειωμένη αποτελεσματικότητα όταν οι ιοί ήταν αποξηραμένοι στις επιφάνειες ή ανακατεμένοι με οργανικά υπολείμματα όπως εμετός. Αυτό οφείλεται στο κύριο μειονέκτημα της τεχνολογίας UV-C γενικά: η χαμηλή διεισδυτικότητά της σημαίνει ότι δεν μπορεί να φτάσει σε ιούς που είναι εν μέρει προστατευμένοι σε ανομοιόμορφες επιφάνειες ή κάτω από οργανικά υπολείμματα. Τα στελέχη του νοροϊού έδειξαν επίσης διαφορετική ευαισθησία, με το GII.2 να είναι το πιο ευαίσθητο και το GII.17 το πιο ανθεκτικό.
Εξίσου σημαντική με τα αποτελέσματα για το UV-C είναι η μεθοδολογική καινοτομία της μελέτης. Μέχρι σήμερα δεν υπήρχε τυποποιημένη τεχνική για την ανίχνευση βιώσιμου ανθρώπινου νοροϊού, κάτι που καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας μεθόδων απολύμανσης. Οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα μοντέλο εμβρύων ψαριού ζέβρας για τη μέτρηση της μολυσματικότητας του νοροϊού, παρέχοντας «μια πιο πρακτική και προσβάσιμη πλατφόρμα για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας στρατηγικών απενεργοποίησης με ποσοτικό τρόπο».
Πού και πώς εφαρμόζεται στην πράξη
Με βάση τα ευρήματα, οι ερευνητές πιστεύουν ότι η εγκατάσταση φώτων UV-C 222 nm σε κλειστούς χώρους εστίασης όπως κρουαζιερόπλοια και σε μονάδες επεξεργασίας τροφίμων μπορεί να επιτρέψει πραγματικής ώρας, συνεχή απολύμανση ακόμα και παρουσία εργαζόμενων. Το κλειδί για τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας είναι η εφαρμογή μετά τον καθαρισμό επιφανειών για απομάκρυνση οργανικής ύλης, και ιδανικά σε υγρές επιφάνειες. Για το μέλλον, οι ερευνητές προτείνουν συνδυασμό UV-C 222 nm με χημικά απολυμαντικά, φωτοκαταλυτικές επικαλύψεις ή εφαρμογές αεροζόλ, ώστε να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα σε πραγματικές συνθήκες όπου οι επιφάνειες δεν είναι πάντα καθαρές και ομοιόμορφες.