Μελέτη σε 11,5 εκατομμύρια γεννήσεις δείχνει ότι η φθορίωση δεν επηρεάζει το βάρος γέννησης και ενισχύει την ασφάλεια μίας από τις πιο μελετημένες παρεμβάσεις δημόσιας υγείας.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τη φθορίωση του πόσιμου νερού επανήλθε δυναμικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς πολιτικές δηλώσεις και κινήματα αμφισβήτησης της επιστήμης αναζωπύρωσαν παλιές ανησυχίες. Στο επίκεντρο βρέθηκε ο ισχυρισμός ότι το φθόριο μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη των εμβρύων. Ωστόσο, μια μεγάλη επιδημιολογική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open έρχεται να αποδυναμώσει κατηγορηματικά αυτούς τους φόβους.
Η έρευνα σχεδιάστηκε ως απάντηση σε δημόσιες τοποθετήσεις, μεταξύ άλλων και του Robert Kennedy Jr., ο οποίος έχει εκφράσει επανειλημμένα αμφιβολίες για την ασφάλεια της φθορίωσης. Οι επιστήμονες επέλεξαν να εξετάσουν ένα από τα πιο αξιόπιστα και αντικειμενικά κριτήρια νεογνικής υγείας, το βάρος γέννησης, δείκτη που συνδέεται με την επιβίωση, τη μελλοντική ανάπτυξη και τον κίνδυνο νοσημάτων. Η μελέτη βασίστηκε σε επίσημα αρχεία γεννήσεων από το 1968 έως το 1988 και κάλυψε 677 κομητείες των ΗΠΑ. Από αυτές, οι 408 είχαν εφαρμόσει φθορίωση του νερού, ενώ οι υπόλοιπες 269 όχι. Το μέγεθος του δείγματος είναι εντυπωσιακό: αναλύθηκαν σχεδόν 11,5 εκατομμύρια τελειόμηνες γεννήσεις, με μέση ηλικία κύησης τις 39,5 εβδομάδες. Το 51,2% των νεογνών ήταν αγόρια και το μέσο βάρος γέννησης υπολογίστηκε στα 3,33 κιλά.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Νέος Ευρωπαϊκός συναγερμός για κρέμες που προκαλούν σοβαρές δερματικές παθήσεις (Δείτε φωτογραφίες)
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές. Δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικά σημαντική διαφορά στο βάρος γέννησης μεταξύ περιοχών με και χωρίς φθορίωση. Ακόμη και οι μικρές αποκλίσεις που καταγράφηκαν μετά τον τοκετό περιορίζονταν σε λίγα γραμμάρια, μέγεθος που οι ερευνητές θεωρούν βιολογικά αμελητέο.
Η ερευνητική ομάδα περιλάμβανε ειδικούς από κορυφαία ιδρύματα, όπως το Northwestern University, το Columbia University, το Brigham and Women’s Hospital, το Imperial College London και το University of Basel, στοιχείο που προσδίδει επιπλέον βαρύτητα στα ευρήματα. Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι η ανάλυση έλαβε υπόψη πλήθος συγχυτικών παραγόντων και διαφοροποιήσεων μεταξύ περιοχών και χρονικών περιόδων.
Ιστορικά, η φθορίωση αποτελεί μία από τις πιο μελετημένες παρεμβάσεις δημόσιας υγείας. Η πρώτη μεγάλης κλίμακας εφαρμογή ξεκίνησε το 1945 στο Grand Rapids, στο Michigan, όταν διαπιστώθηκε ότι κοινότητες με φυσικά υψηλά επίπεδα φθορίου εμφάνιζαν πολύ χαμηλότερα ποσοστά τερηδόνας. Πέντε χρόνια αργότερα, οι δείκτες τερηδόνας είχαν μειωθεί κατά περίπου 60% σε σύγκριση με την κοντινή πόλη Muskegon, όπου το νερό δεν είχε ακόμη φθοριωθεί.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η επίδραση παρέμεινε θετική, αν και μικρότερη, συνήθως μεταξύ 25% και 35%. Οι ειδικοί αποδίδουν τη μεταβολή αυτή στην ευρεία χρήση φθοριούχων οδοντόκρεμων και στη συνολική πρόοδο της προληπτικής οδοντιατρικής, αλλά και στις διατροφικές αλλαγές, όπως η αυξημένη κατανάλωση ζάχαρης.
Οι επιστημονικές αξιολογήσεις αναγνωρίζουν ως τεκμηριωμένη ανεπιθύμητη ενέργεια τη φθορίωση των δοντιών, μια ήπια αποχρωμάτιση που εμφανίζεται κυρίως όταν ξεπερνώνται τα συνιστώμενα όρια έκθεσης. Αντιθέτως, ισχυρισμοί για επιδράσεις στη νοητική ανάπτυξη ή στο βάρος γέννησης δεν έχουν επιβεβαιωθεί με συνεπή και αξιόπιστα δεδομένα.
Με δεδομένο το εύρος του δείγματος, τη διάρκεια της περιόδου παρατήρησης και την αυστηρότητα της στατιστικής ανάλυσης, οι ερευνητές θεωρούν ότι τα αποτελέσματα προσφέρουν ισχυρή τεκμηρίωση τουλάχιστον ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Σε μια εποχή όπου η παραπληροφόρηση για θέματα υγείας εξαπλώνεται ταχύτατα, η μελέτη λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι οι μεγάλες, συστηματικές αναλύσεις παραμένουν το πιο αξιόπιστο αντίβαρο στην αμφισβήτηση χωρίς επιστημονική βάση.