Η FSA είχε σχεδιάσει να εναρμονιστεί με την ΕΕ από τον Ιούλιο του 2026, αλλά τελικά δεν θα εφαρμόσει κυρώσεις έως ότου θεσπιστεί εθνική νομοθεσία
Η Βρετανική Υπηρεσία Τροφίμων (FSA) δεν θα επιβάλει από τις 20 Ιουλίου 2026 την απαγόρευση της δισφαινόλης A (BPA) και ανάλογων ουσιών στα υλικά επαφής με τρόφιμα, παρά την αρχική της δέσμευση να εναρμονιστεί με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η αναβολή ήρθε έπειτα από πίεση της Foodservice Equipment Association (FEA), η οποία αφού ήρθε σε επαφή με κυβερνητικούς υπουργούς και την ίδια την FSA, προειδοποίησε για σοβαρές οικονομικές και περιβαλλοντικές συνέπειες. Σύμφωνα με τον διευθυντή τεχνικής πολιτικής της FEA Luke Slater, η προθεσμία της 20ής Ιουλίου 2026 για τα προϊόντα «που διατίθενται στην αγορά» θα οδηγούσε στην καταστροφή μεγάλων ποσοτήτων αδιάθετων προϊόντων, με αποστολή τους στις χωματερές λόγω των περιορισμένων επιλογών ανακύκλωσης. Η FSA διευκρίνισε ότι δεν θα υπάρξει «καμία επιβολή» έως ότου θεσπιστεί εθνική νομοθεσία, παραμένει ωστόσο δεσμευμένη να εισαγάγει την απαγόρευση στο μέλλον. Η εφαρμογή δεν αναμένεται νωρίτερα από τα μέσα του 2027, στο πλαίσιο πιθανώς της Συμφωνίας SPS μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ.
Τι απαγορεύεται και ποια προϊόντα αφορά
Η απαγόρευση αφορά υλικά και αντικείμενα που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα κατά την παραγωγή, επεξεργασία, αποθήκευση, προετοιμασία ή σερβίρισμα τους. Στην πράξη αυτό σημαίνει κουζινικά σκεύη, επιτραπέζια σκεύη, δοχεία μεταφοράς τροφίμων, εσωτερικές επικαλύψεις κονσερβών, πλαστικές συσκευασίες και βερνίκια. Στο αρχικό σχέδιο, τα μονόχρηστα υλικά επαφής που διατίθενταν μετά τις 20 Ιουλίου 2026 θα απαγορεύονταν από περαιτέρω πώληση, ενώ τα επαναχρησιμοποιούμενα θα είχαν περίοδο χάριτος ενός χρόνου έως τις 20 Ιουλίου 2027. Στη διαβούλευση που διεξήγαγε η FSA στα τέλη του 2025 και ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο, οι συμμετέχοντες συμφώνησαν σε μεγάλο βαθμό ότι η απαγόρευση θα έπρεπε να καλύπτει και τις ανάλογες ουσίες BPS και BPF, που παρουσιάζουν παρόμοιους κινδύνους για υγεία και ασφάλεια.
Η BPA χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες στην παραγωγή πολυανθρακικών πλαστικών και εποξειδικών ρητινών. Ταξινομείται στην ΕΕ ως επικίνδυνη χημική ουσία λόγω της ικανότητάς της να βλάπτει τη γονιμότητα, να προκαλεί σοβαρή ερεθιστικότητα στα μάτια και αλλεργικές αντιδράσεις στο δέρμα. Ως ενδοκρινικός διαταράκτης, μπορεί να παρεμβαίνει στο ορμονικό σύστημα του ανθρώπινου οργανισμού, ακόμη και σε χαμηλές δόσεις. Η βρετανική επιτροπή τοξικολογίας έχει υιοθετήσει ανεκτό ημερήσιο όριο έκθεσης σε BPA 0,2 μg/kg σωματικού βάρους ημερησίως. Η ΕΕ κινήθηκε αποφασιστικά με τον Κανονισμό 2024/3190 που τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2025, θεσπίζοντας σταδιακή απαγόρευση της BPA και άλλων επικίνδυνων βισφαινολών σε υλικά επαφής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Βόρεια Ιρλανδία, στο πλαίσιο του Windsor Framework, υπάγεται ήδη στον ευρωπαϊκό κανονισμό, δημιουργώντας ουσιαστικά μια ρυθμιστική ανισοτιμία εντός του ίδιου του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο Slater περιέγραψε την κατάσταση ως «περίπλοκη και εξελισσόμενη», τονίζοντας ότι ενώ ο κλάδος γενικά υποστηρίζει την αφαίρεση της BPA από τα υλικά επαφής με τρόφιμα, είναι απαραίτητο να διατεθεί επαρκής χρόνος για να γίνει σωστά.