Μελέτη της AESAN δείχνει ότι η απώλεια υγρασίας, οι μηχανικές φθορές και η αυξημένη επιμόλυνση καθιστούν ορισμένα προϊόντα ακατάλληλα για χύμα πώληση
Η αγορά φρέσκων φρούτων και λαχανικών στην Ελλάδα γίνεται κυρίως σε λαϊκές αγορές και σούπερ μάρκετ, όπου οι καταναλωτές επιλέγουν οι ίδιοι τα προϊόντα. Η πρακτική αυτή περιλαμβάνει συχνά πολλαπλούς χειρισμούς: επιλογή με το χέρι, πίεση για έλεγχο ωριμότητας, μετακίνηση προϊόντων στους πάγκους. Στη λαϊκή, η έκθεση σε εξωτερικές συνθήκες και η απουσία τυποποιημένης διαχείρισης ευνοούν ακόμη περισσότερο τη φθορά, ενώ στα σούπερ μάρκετ η υψηλή επισκεψιμότητα αυξάνει τον αριθμό επαφών με τα ίδια προϊόντα. Παράλληλα, η τάση αποφυγής συσκευασιών οδηγεί όλο και περισσότερα προϊόντα να διατίθενται χύμα, χωρίς ενδιάμεση προστασία.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ| Ανακαλούνται μαχαιροπήρουνα λόγω υπέρβασης χρωμίου
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ| Ανάκληση κατσαρόλας που πωλείται και στην Ελλάδα – Προκάλεσε εγκαύματα σε χρήστη
Πρόσφατη έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Ισπανικής Υπηρεσίας για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τη Διατροφή εξετάζει ποια προϊόντα παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο υποβάθμισης και αλλοίωσης όταν πωλούνται χύμα και ποιοι παράγοντες τον ενισχύουν. Η μελέτη εστιάζει στις επιπτώσεις που έχουν οι μηχανικές βλάβες, η απώλεια υγρασίας και η μικροβιακή επιμόλυνση στην ποιότητα και την ασφάλεια των προϊόντων που φτάνουν στο καλάθι του αγοραστή.
Στην κορυφή της λίστας επικινδυνότητας βρίσκονται τα κόκκινα φρούτα, όπως οι φράουλες, τα σμέουρα και τα μύρτιλα, μαζί με τα βλαστάρια και τα βρώσιμα άνθη. Τα συγκεκριμένα είδη χαρακτηρίζονται από πολύ υψηλή ευαισθησία σε χτυπήματα και εκδορές, ενώ παρουσιάζουν ταχύτατη απώλεια νερού που οδηγεί σε άμεση αλλοίωση της εμφάνισης και της υφής τους. Παράλληλα, τα αρωματικά βότανα όπως ο βασιλικός, ο δυόσμος και ο κόλιανδρος, καθώς και τα φυλλώδη λαχανικά, συμπεριλαμβανομένου του σπανακιού και της ρόκας, κατατάσσονται στις κατηγορίες υψηλού κινδύνου. Η έκθεση των προϊόντων αυτών στο περιβάλλον χωρίς προστατευτικό περίβλημα επιταχύνει τη μεταβολική τους δραστηριότητα και τα καθιστά επιρρεπή σε παθογόνους μικροοργανισμούς.
Η μικροβιολογική ασφάλεια αποτελεί κεντρικό άξονα της ανάλυσης, καθώς η χύμα πώληση συνεπάγεται αυξημένο χειρισμό από τους καταναλωτές. Η μελέτη δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο των καταναλωτών, καθώς ο χειρισμός των προϊόντων στο σημείο πώλησης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ασφάλεια των τροφίμων. Επισημαίνεται ότι η έκθεση προϊόντων χωρίς συσκευασία αυξάνει την πιθανότητα επιμόλυνσης από παθογόνα, ειδικά όταν οι καταναλωτές αγγίζουν τα φρούτα και τα λαχανικά με γυμνά χέρια. Η επικινδυνότητα αυτή είναι μεγαλύτερη για είδη που καταναλώνονται ωμά και χωρίς προηγούμενο ξεφλούδισμα.
Επιπλέον, οι καταναλωτές ενθαρρύνονται να ακολουθούν ορθές πρακτικές υγιεινής κατά την επιλογή των προϊόντων, ενώ το λιανικό εμπόριο καλείται να τους παροτρύνει προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να αποφεύγεται η μεταφορά μικροβίων μέσω της επαφής. Η παρουσία σχισμών ή πληγών στους ιστούς των φυτών λειτουργεί ως πύλη εισόδου για βακτήρια όπως η Salmonella και η Escherichia coli, οι πληθυσμοί των οποίων μπορούν να αναπτυχθούν έως και δέκα φορές ταχύτερα σε κατεστραμμένους ιστούς σε σύγκριση με τους υγιείς. Το πρόβλημα εντείνεται σε λαχανικά που καταναλώνονται ωμά και χωρίς να έχουν αποφλοιωθεί, καθώς η παραμονή τους σε θερμοκρασία περιβάλλοντος στους πάγκους των καταστημάτων ευνοεί τον πολλαπλασιασμό της Listeria monocytogenes.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις προπαρασκευαστικές ενέργειες που πραγματοποιούνται πριν από την πώληση. Ο καθαρισμός, η κοπή εξωτερικών μερών ή η αφαίρεση φύλλων από προϊόντα όπως τα πράσα, το σέλινο ή τα καρότα, αυξάνουν την εκτεθειμένη επιφάνεια και την πιθανότητα διασταυρούμενης μόλυνσης. Η επιτροπή προτείνει τον περιορισμό αυτών των πρακτικών και την προτεραιοποίηση της διάθεσης ορισμένων λαχανικών σε ματσάκια με τη χρήση απλών υλικών, όπως ταινίες ή λάστιχα, ώστε να αποφεύγεται η περιττή συσκευασία χωρίς να θυσιάζεται η ακεραιότητα του προϊόντος. Αντιθέτως, η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι κόνδυλοι, όπως οι πατάτες και οι γλυκοπατάτες, δεν παρουσιάζουν σημαντικό κίνδυνο αλλοίωσης κατά τη χύμα διάθεσή τους. Για τα υπόλοιπα είδη, η διατήρηση της ποιότητας εξαρτάται από την τήρηση ορθών πρακτικών υγιεινής σε όλα τα στάδια, από την πρωτογενή παραγωγή και την αποθήκευση έως το λιανικό εμπόριο. Η χρήση επαναχρησιμοποιούμενων ή ανακυκλώσιμων υλικών συσκευασίας παραμένει η ενδεδειγμένη λύση για τα ευαίσθητα φρούτα και λαχανικά, διασφαλίζοντας ότι η μείωση των απορριμμάτων δεν θα οδηγήσει σε αύξηση της σπατάλης τροφίμων λόγω πρόωρης φθοράς.