Τι φανερώνει πρόσφατη ανάκληση προϊόντων στην Ιρλανδία
Τα γαλακτοβακτήρια, γνωστά και ως LAB (lactic acid bacteria), αποτελούν μια ευρεία και βιομηχανικά κρίσιμη κατηγορία βακτηρίων που συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία της ζύμωσης τροφίμων. Πρόκειται για gram-θετικά, ανθεκτικά στα οξέα, μη σποριογόνα και μη αναπνευστικά βακτήρια με χαμηλό ποσοστό γουανίνης-κυτοσίνης (GC) στο DNA τους. Εμφανίζονται σε μορφή ραβδίων ή κόκκων και μοιράζονται κοινά μεταβολικά χαρακτηριστικά, με κυριότερο την παραγωγή γαλακτικού οξέος ως κύριου τελικού προϊόντος κατά την αποδόμηση υδατανθράκων.
Η παραγωγή γαλακτικού οξέος από τα LAB δημιουργεί όξινο περιβάλλον, το οποίο καθιστά τα τρόφιμα λιγότερο ευάλωτα σε παθογόνους μικροοργανισμούς και παράγοντες αλλοίωσης. Παράλληλα, ορισμένα στελέχη παράγουν βακτηριοσίνες, πρωτεΐνες με αντιμικροβιακή δράση, προσφέροντας επιπλέον μικροβιακή προστασία. Η συμβολή των LAB δεν περιορίζεται μόνο στη συντήρηση. Το γαλακτικό οξύ και τα παράγωγα του μεταβολισμού τους επηρεάζουν καθοριστικά το γευστικό, αρωματικό και υφολογικό προφίλ πολλών τροφίμων, από το γιαούρτι μέχρι τα προβιοτικά ροφήματα.
Η ευρεία παρουσία τους στη διατροφή και στο μικροβίωμα του ανθρώπου έχει οδηγήσει στη γενική αναγνώριση της ασφάλειάς τους από τις ρυθμιστικές αρχές, μέσω των χαρακτηρισμών GRAS (γενικά αναγνωρισμένα ως ασφαλή) στις ΗΠΑ και QPS (τεκμαιρόμενη ασφάλεια) στην ΕΕ. Παρ’ όλα αυτά, η ανεξέλεγκτη ανάπτυξή τους υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να λειτουργήσει αντίθετα, υποδηλώνοντας ενδεχόμενη αλλοίωση ή αστοχία στη διαδικασία παραγωγής.
Αυτόν τον κίνδυνο ανέδειξε πρόσφατα η Ιρλανδική Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (FSAI), η οποία στις 5 Ιουνίου 2025 ανακοίνωσε την ανάκληση συγκεκριμένων προϊόντων της εταιρείας Builín Blasta. Ο λόγος ήταν η εντοπισμένη υπέρβαση μικροβιολογικών ορίων λόγω παρουσίας γαλακτοβακτηρίων. Τα προϊόντα που ανακλήθηκαν περιλάμβαναν σαλάτες και σάλτσες που κυκλοφορούσαν με ημερομηνίες λήξης έως και τα μέσα Ιουνίου. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η υπερβολική συγκέντρωση των LAB ενδέχεται να επηρεάσει την ασφάλεια και την ποιότητα των τροφίμων, προκαλώντας πιθανή πρόωρη αλλοίωση και δυσμενείς επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε άτομα ευάλωτα σε διατροφικές αποκλίσεις ή μικροβιακές φορτίσεις. Η FSAI τόνισε ότι η ανάκληση ήταν προληπτική και ότι τα συγκεκριμένα βακτήρια δεν θεωρούνται παθογόνα. Ωστόσο, η παρουσία τους σε επίπεδα που ξεπερνούν τα επιτρεπτά όρια αποτελεί μικροβιολογική αστοχία και εφιστά την προσοχή στις διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου. Οι καταναλωτές ενημερώθηκαν να μην καταναλώσουν τα προϊόντα και να τα επιστρέψουν στο σημείο αγοράς, ενώ η ίδια η εταιρεία φέρεται να συνεργάζεται πλήρως με τις αρχές.
