Νέα μελέτη δείχνει ότι σχεδόν ένας στους τρεις ανθρώπους που ακολούθησαν υγιεινή διατροφή δεν έχασε κιλά
Η παραδοσιακή σύνδεση ανάμεσα στην απώλεια βάρους και τη βελτίωση της υγείας φαίνεται να κλονίζεται, καθώς νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και το Πανεπιστήμιο Ben Gurion δείχνει ότι σημαντικές θετικές μεταβολές μπορούν να συμβούν ακόμα και χωρίς την παραμικρή αλλαγή στη ζυγαριά. Τα ευρήματα, που θα δημοσιευτούν στο European Journal of Preventive Cardiology, προκύπτουν από τη μελέτη 761 ατόμων με κοιλιακή παχυσαρκία που συμμετείχαν σε μακροχρόνια προγράμματα υγιεινής διατροφής, διάρκειας 18 έως 24 μηνών.
Ανεξαρτήτως τύπου δίαιτας σχεδόν το 28% των συμμετεχόντων δεν έχασαν καθόλου βάρος ή ακόμα και πήραν κάποια κιλά. Παρ’ όλα αυτά, παρουσίασαν αύξηση της HDL (καλής) χοληστερόλης, μείωση της λεπτίνης (ορμόνης που σχετίζεται με την πείνα), και αξιοσημείωτη μείωση του σπλαχνικού λίπους.
Η επικεφαλής συγγραφέας, Anat Yaskolka Meir, τόνισε ότι η ιατρική κοινότητα πρέπει να επαναπροσδιορίσει την έννοια της επιτυχίας στη διατροφή. Όπως είπε, τα άτομα που δεν βλέπουν αλλαγή στο βάρος τους μπορούν παρ’ όλα αυτά να μειώσουν τον κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα και διαβήτη, μέσω των μεταβολικών αλλαγών που προκαλεί η ίδια η ποιότητα της διατροφής.
Παράλληλα, η μελέτη ανέδειξε τη βιολογική πολυπλοκότητα της απώλειας βάρους. Με χρήση σύγχρονων ομικών τεχνικών, οι ερευνητές εντόπισαν 12 σημεία μεθυλίωσης DNA που φαίνεται να σχετίζονται με την ικανότητα απώλειας βάρους μακροπρόθεσμα. Η Iris Shai, συνυπεύθυνη της μελέτης και επίκουρη καθηγήτρια στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ, επισήμανε ότι οι μεταβολικές αντιδράσεις στη διατροφή δεν είναι απλώς ζήτημα θέλησης ή πειθαρχίας, αλλά και γενετικής προδιάθεσης.
Ενδεικτικά, κάθε κιλό απώλειας συνδέθηκε με αύξηση 1,44% στην HDL χοληστερόλη, μείωση 2,79% της λεπτίνης, μείωση 2,46% της ινσουλίνης, χαμηλότερα τριγλυκερίδια, μικρότερη εναπόθεση λίπους στο ήπαρ και πτώση της αρτηριακής πίεσης. Ωστόσο, οι μεταβολές αυτές παρατηρήθηκαν σε σημαντικό βαθμό και στους συμμετέχοντες που δεν μείωσαν το βάρος τους.
Η έρευνα εστιάζει επίσης στις δημογραφικές διαφορές. Οι περισσότεροι που δεν έχασαν βάρος ήταν είτε μεγαλύτερης ηλικίας είτε γυναίκες, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη μελλοντικών μελετών με περισσότερη έμφαση στο γυναικείο δείγμα. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η εστίαση αποκλειστικά στο σωματικό βάρος ενδέχεται να οδηγεί σε εσφαλμένες ερμηνείες και αποθαρρυντικά μηνύματα για ανθρώπους που βλέπουν μικρές αλλαγές στη σιλουέτα τους, αλλά μεγάλες αλλαγές στην υγεία τους.