ΑρχικήΝέαΑσφάλεια ΤροφίμωνΣαλμονέλα σε ελληνικό μοσχαρίσιο κρέας: Η Ελλάδα στην τελευταία ομάδα χωρών της...

Σαλμονέλα σε ελληνικό μοσχαρίσιο κρέας: Η Ελλάδα στην τελευταία ομάδα χωρών της Ευρώπης χωρίς ενεργό πρόγραμμα επιτήρησης

Ευρωπαϊκή μελέτη καταγράφει την Ελλάδα στις χώρες χωρίς ενεργό εθνικό πρόγραμμα επιτήρησης της Salmonella στα βοοειδή.

7 λεπτά ανάγνωσης

Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Food Control της Elsevier καταγράφει και συγκρίνει τα συστήματα επιτήρησης και ελέγχου της Salmonella στην αλυσίδα παραγωγής βοείου κρέατος σε εννέα ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Η έρευνα εκπονήθηκε από επιστήμονες πανεπιστημίων, εθνικών εργαστηρίων αναφοράς και ερευνητικών οργανισμών στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικτύου COST Action RIBMINS (Risk-Based Meat Inspection and Integrated Meat Safety Assurance).

Η μελέτη με τίτλο «Surveillance and control of Salmonella spp. in bovine meat safety assurance systems in nine European countries» βασίστηκε στην αξιολόγηση των επίσημων συστημάτων επιτήρησης που εφαρμόζονταν το 2021 στη Δανία, την Εσθονία, τη Φινλανδία, τη Σουηδία, τη Νορβηγία, την Ιταλία, την Ελλάδα, την Πορτογαλία και τη Σερβία. Η ανάλυση έδειξε ότι τα εθνικά συστήματα παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές ως προς τη νομοθεσία που τα υποστηρίζει, τους ορότυπους της Salmonella που παρακολουθούνται, τις στρατηγικές δειγματοληψίας, τις εργαστηριακές μεθόδους ανίχνευσης και τις παρεμβάσεις που εφαρμόζονται όταν εντοπίζεται το παθογόνο. Παρότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία εξασφαλίζει έναν κοινό πυρήνα απαιτήσεων κυρίως στο στάδιο της μεταποίησης του κρέατος, οι διαδικασίες που εφαρμόζονται στην πρωτογενή παραγωγή εξακολουθούν να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών.

- Advertisement -

Με βάση τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, οι συγγραφείς κατέταξαν τις εννέα χώρες σε τέσσερις διακριτές ομάδες. Η πρώτη περιλαμβάνει τη Φινλανδία, τη Σουηδία και τη Νορβηγία, όπου λειτουργούν από τη δεκαετία του 1990 ολοκληρωμένα εθνικά προγράμματα επιτήρησης και ελέγχου της Salmonella στα βοοειδή και στο βόειο κρέας. Η δεύτερη περιλαμβάνει τη Δανία και την Εσθονία, οι οποίες έχουν αναπτύξει ενεργά συστήματα επιτήρησης στα βοοειδή σε μεταγενέστερο στάδιο. Η τρίτη ομάδα αποτελείται από την Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία, όπου δεν εφαρμόζονται οργανωμένα εθνικά προγράμματα ελέγχου πέρα από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Στην τέταρτη ομάδα κατατάσσεται η Σερβία, η οποία, παρότι δεν είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμόζει σε μεγάλο βαθμό τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές απαιτήσεις.

Για την Ελλάδα, η μελέτη αναφέρει ότι δεν υφίσταται ενεργό πρόγραμμα επιτήρησης της Salmonella στα βοοειδή σε εθνικό επίπεδο. Η παρακολούθηση της νόσου βασίζεται στις απαιτήσεις της Οδηγίας 2003/99/ΕΚ για την παρακολούθηση των ζωονόσων και στη δήλωση των περιστατικών όταν υπάρχει υποψία ή επιβεβαίωση λοίμωξης. Η προσέγγιση αυτή διαφοροποιείται από τα συστήματα που εφαρμόζονται σε χώρες με οργανωμένα προγράμματα ενεργητικής επιτήρησης, όπου πραγματοποιούνται προκαθορισμένες δειγματοληψίες ανεξάρτητα από την ύπαρξη κλινικών περιστατικών.

Η σαλμονέλλωση των βοοειδών αποτελεί υποχρεωτικώς δηλούμενο νόσημα σε όλες τις χώρες που εξετάστηκαν, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Ωστόσο, στην ελληνική περίπτωση εφαρμόζεται παθητική επιτήρηση, η οποία ενεργοποιείται όταν υπάρχουν ενδείξεις νόσου ή κλινική υποψία. Δεν περιγράφεται εθνικό πρόγραμμα τακτικών δειγματοληψιών σε υγιείς εκτροφές, ούτε συνεχής εργαστηριακή παρακολούθηση των βοοειδών με προκαθορισμένο σχέδιο δειγματοληψίας.

Στον πίνακα που συγκρίνει τις διαδικασίες επιτήρησης των εννέα χωρών, για την Ελλάδα αναφέρεται ότι τα δείγματα που συλλέγονται προέρχονται από κόπρανα ζώων στα οποία υπάρχει υποψία κλινικής σαλμονέλλωσης. Η εργαστηριακή ανίχνευση πραγματοποιείται σύμφωνα με το διεθνές πρότυπο EN/ISO 6579-1, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως στην Ευρώπη για την απομόνωση και ταυτοποίηση της Salmonella. Σε αντίθεση με άλλες χώρες της μελέτης, δεν περιγράφονται οργανωμένες δειγματοληψίες σε λεμφαδένες κατά τη σφαγή, προγράμματα ελέγχου δεξαμενών γάλακτος, ορολογικός έλεγχος ή συστηματικές εξετάσεις εκτροφών σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα.

- Advertisement -

Τα διαθέσιμα στοιχεία για το 2021 καταγράφουν επίσης, περιορισμένο αριθμό εργαστηριακών εξετάσεων στην Ελλάδα, όλες στο πλαίσιο διερεύνησης ύποπτων περιστατικών. Στα δεδομένα της μελέτης αναφέρονται δύο εξετάσεις εμβρύων ή θνησιγενών μόσχων χωρίς θετικά ευρήματα, μία εξέταση οργάνων ή ιστών με θετικό αποτέλεσμα και μία εξέταση κοπράνων από ύποπτο περιστατικό χωρίς ανίχνευση Salmonella. Οι συγγραφείς διευκρινίζουν ότι τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για συγκρίσεις επιπολασμού μεταξύ των χωρών, καθώς κάθε κράτος εφαρμόζει διαφορετικές στρατηγικές δειγματοληψίας, διαφορετικά κριτήρια επιλογής των δειγμάτων και διαφορετικές διαδικασίες αναφοράς των αποτελεσμάτων.

Η μελέτη περιγράφει επίσης τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στην Ελλάδα όταν επιβεβαιωθεί παρουσία της Salmonella σε εκτροφή βοοειδών. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλονται περιορισμοί στην εκμετάλλευση, πραγματοποιείται επιδημιολογική διερεύνηση για τον εντοπισμό της πηγής της λοίμωξης και καταρτίζεται σχέδιο εξάλειψης της μόλυνσης. Παράλληλα απαγορεύονται οι μετακινήσεις ζώων προς και από την εκτροφή, ενώ τα ζώα υποβάλλονται σε συνδυασμό ορολογικών και βακτηριολογικών εξετάσεων. Οι περιορισμοί αίρονται όταν η Salmonella δεν ανιχνεύεται πλέον με καλλιέργεια.

Όσον αφορά στις ζωοτροφές, η Ελλάδα εφαρμόζει τις γενικές απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, χωρίς πρόσθετο εθνικό πρόγραμμα ειδικά για τη Salmonella, όπως συμβαίνει σε ορισμένες άλλες χώρες. Η παραγωγή ζωοτροφών διέπεται από τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς για την ασφάλεια των ζωοτροφών και την εφαρμογή συστημάτων HACCP, ενώ η δειγματοληψία επικεντρώνεται κυρίως σε ζωοτροφές και πρώτες ύλες ζωικής προέλευσης. Για την εργαστηριακή ανίχνευση της Salmonella χρησιμοποιείται η μέθοδος EN/ISO 6579-1, η οποία αποτελεί το πρότυπο αναφοράς σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.

Οι διαθέσιμες πληροφορίες για την επιτήρηση της Salmonella στις ζωοτροφές διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των χωρών, καθώς μεγάλο μέρος των αναλύσεων πραγματοποιείται από τις ίδιες τις επιχειρήσεις στο πλαίσιο των προγραμμάτων αυτοελέγχου και τα αποτελέσματα δεν καταγράφονται πάντοτε στις εθνικές εκθέσεις ζωονόσων. Για τον λόγο αυτό, τα στοιχεία που δημοσιεύονται δεν επιτρέπουν αξιόπιστη σύγκριση της συχνότητας ανίχνευσης της Salmonella μεταξύ των κρατών.

Στο στάδιο της παραγωγής βοείου κρέατος, η μελέτη περιγράφει ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία αποτελεί το κοινό πλαίσιο για όλα τα κράτη-μέλη όσον αφορά τα μικροβιολογικά κριτήρια και τους επίσημους ελέγχους στα σφαγεία και στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας κρέατος. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 2073/2005 καθορίζει τα κριτήρια υγιεινής της παραγωγικής διαδικασίας για τα σφάγια βοοειδών και τα κριτήρια ασφάλειας τροφίμων για τον κιμά και τα παρασκευάσματα κρέατος, ενώ οι επιχειρήσεις τροφίμων εφαρμόζουν διαδικασίες βασισμένες στις αρχές του HACCP και υποχρεούνται να επαληθεύουν την αποτελεσματικότητα των μέτρων υγιεινής μέσω μικροβιολογικών ελέγχων.

Η ανάλυση των ερευνητών επισημαίνει ότι, παρά την κοινή ευρωπαϊκή νομοθεσία για το στάδιο της μεταποίησης, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών ως προς τις πρόσθετες εθνικές απαιτήσεις, τις στρατηγικές δειγματοληψίας και την παρακολούθηση της Salmonella πριν από τη σφαγή. Οι διαφορές αυτές είναι εντονότερες στην πρωτογενή παραγωγή, όπου δεν υπάρχει ενιαίο ευρωπαϊκό πρόγραμμα επιτήρησης των βοοειδών αντίστοιχο με εκείνο που εφαρμόζεται στα πουλερικά.

Η συγκριτική αξιολόγηση καταλήγει ότι η απουσία εναρμονισμένης επιτήρησης σε επίπεδο εκτροφής αποτελεί κενό στο συνολικό σύστημα διασφάλισης της ασφάλειας του βοείου κρέατος στην Ευρώπη. Οι συγγραφείς επισημαίνουν επίσης ότι διαφορετικές χώρες στοχεύουν διαφορετικούς ορότυπους της Salmonella στα επιμέρους στάδια της παραγωγικής αλυσίδας, από τις ζωοτροφές έως τα τρόφιμα, γεγονός που δυσχεραίνει τη σύγκριση των αποτελεσμάτων και τον συντονισμό των μέτρων ελέγχου. Η αποτελεσματικότερη εφαρμογή της προσέγγισης «Μία Υγεία» (One Health) προϋποθέτει συνεπή αντιμετώπιση των ίδιων οροτύπων σε ζωοτροφές, ζώα και τρόφιμα, καθώς και πιο εναρμονισμένη καταγραφή των δεδομένων επιτήρησης μεταξύ των χωρών.

Στο τελικό μέρος της αξιολόγησης, η Ελλάδα κατατάσσεται μαζί με την Ιταλία και την Πορτογαλία στις χώρες όπου οι δράσεις επιτήρησης και ελέγχου της Salmonella στα βοοειδή δεν εκτείνονται πέρα από τις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και δεν περιλαμβάνουν ενεργό εθνικό πρόγραμμα επιτήρησης. Αντίθετα, η Φινλανδία, η Σουηδία και η Νορβηγία εφαρμόζουν επί δεκαετίες ολοκληρωμένα προγράμματα που καλύπτουν τις ζωοτροφές, τις εκτροφές, τα σφαγεία και την παραγωγή κρέατος, ενώ η Δανία και η Εσθονία έχουν αναπτύξει στοχευμένα συστήματα ενεργητικής επιτήρησης προσαρμοσμένα στα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά των εκτροφών τους.

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0956713526004664

Αναφορά: Riikka Laukkanen-Ninios, Alessandro Foddai, Marianne Sandberg, Gunvor Elise Nagel-Alne, Silvia Bonardi, Mati Roasto, Arja Helena Kautto, Bojan Blagojevic, Maria Fredriksson-Ahomaa, Lisa Barco, Ioannis Sakaridis, Madalena Vieira-Pinto, João Bettencourt Cota, Ole Alvseike,
Surveillance and control of Salmonella spp. in bovine meat safety assurance systems in nine European countries,
Food Control, Volume 191, 2027, 112421, ISSN 0956-7135, https://doi.org/10.1016/j.foodcont.2026.112421.
(https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0956713526004664)

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Ηνωμένο Βασίλειο: Πιέσεις για νέο νόμο που θα αλλάξει τον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης τροφίμων

Πάνω από 100 οργανισμοί ζητούν ένα νέο πλαίσιο για την ασφάλεια τροφίμων, την υγιεινή διατροφή και την προστασία από νέες κρίσεις

Συναγερμός από το ECDC: Οι παρατεταμένοι καύσωνες φέρνουν τροφιμογενείς λοιμώξεις στην Ευρώπη – Τα 4 πράγματα που πρέπει να προσέξετε

Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων καλεί τις χώρες να ενισχύσουν τη συνεργασία τους και να προετοιμαστούν καλύτερα απέναντι στις νέες απειλές για τη δημόσια υγεία.