Η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια παρατεταμένη και αινιγματική επιδημία EHEC/HUS που πλήττει κυρίως μικρά παιδιά, χωρίς ακόμα να έχει εντοπιστεί το κοινό τρόφιμο που μεταδίδει το ισχυρά τοξικό βακτήριο
Μια από τις πιο αινιγματικές κρίσεις δημόσιας υγείας που έχει αντιμετωπίσει τα τελευταία χρόνια η Γερμανία βρίσκεται ακόμη χωρίς απάντηση: ποιο τρόφιμο πυροδότησε έναν εκτεταμένο και επικίνδυνο από Escherichia coli (EHEC) HUS, επιδημικό κύκλο, ο οποίος έχει ήδη οδηγήσει σε τρεις θανάτους, εκατοντάδες δηλητηριάσεις και δεκάδες παιδιά με σοβαρό αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο;
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κατάσχεση μαμούθ: 24 τόνοι και 200 χιλιάδες συσκευασίες τροφίμων-μαϊμού γνωστών εταιρειών – Πωλούνταν σε σούπερ μάρκετ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | 98 κιλά επικίνδυνης κανέλας στην αγορά – To κύμα ανακλήσεων δείχνει ότι η κανέλα εξελίσσεται σε απειλή για τη δημόσια υγεία
Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, έως τις 17 Νοεμβρίου 2025 έχουν καταγραφεί 199 επιβεβαιωμένα κρούσματα, από τα οποία 53 εξελίχθηκαν σε αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (HUS). Συνολικά 428 περιστατικά ταξινομούνται ως επιβεβαιωμένα, πιθανά ή δυνατά συνδεόμενα με το ίδιο επιδημικό γεγονός. Το RKI καταγράφει τρεις θανάτους που σχετίζονται επιδημιολογικά με το γεγονός. Η γεωγραφική κατανομή δείχνει υψηλότερο αριθμό κρουσμάτων στα ομόσπονδα κρατίδια Mecklenburg-Vorpommern και Nordrhein-Westfalen. Η διάμεση ηλικία των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων είναι 4 έτη, ενώ όλα τα περιστατικά HUS αφορούν παιδιά.
Το βακτήριο που εντοπίστηκε παράγει την τοξίνη stx2a και φέρει χαρακτηριστικούς παράγοντες παθογένειας. Οι γενετικές αναλύσεις δείχνουν ότι υπάρχουν μικρές διαφορές ανάμεσα στα δείγματα, όμως όλα ανήκουν στο ίδιο επιδημικό σύμπλεγμα, σύμφωνα με το RKI. Το Ινστιτούτο αναφέρει ότι «τα επιδημιολογικά και μικροβιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν εξάπλωση μέσω τροφίμων». Μέχρι τη δημοσίευση του δελτίου, καμία συγκεκριμένη κατηγορία τροφίμου δεν έχει ταυτοποιηθεί ως πηγή. Η κατάσταση θυμίζει έντονα την περίφημη επιδημία του 2011 στη Γερμανία, όταν το υπεύθυνο τρόφιμο εντοπίστηκε με καθυστέρηση εβδομάδων και αφού είχε ήδη προκαλέσει δεκάδες θανάτους. Οι έρευνες συνεχίζονται τόσο σε επιδημιολογικό όσο και σε εργαστηριακό επίπεδο, με ανάλυση πιθανών τροφικών εκθέσεων και περαιτέρω γονιδιωματική σύγκριση των απομονώσεων.
Η επιδημία καταγράφεται από τον Αύγουστο του 2025 και εξελίσσεται με κύματα. Το RKI σημειώνει ότι ο αριθμός των νέων κρουσμάτων έχει μειωθεί σε σχέση με την κορύφωση, αλλά εξακολουθούν να αναφέρονται περιστατικά. Παράλληλα, διενεργούνται έλεγχοι τροφίμων και αναλύσεις μεταγενέστερων περιστατικών ώστε να καθοριστεί εάν συνδέονται με τον ίδιο επιδημικό κλάδο. Το RKI επιβεβαιώνει ότι η έρευνα παραμένει σε εξέλιξη και ότι η ταυτοποίηση της πηγής αποτελεί βασικό στόχο για την ολοκλήρωση της διερεύνησης του συμβάντος, καθώς η απουσία ταυτοποίησης, χωρίς ανάκληση προϊόντος, χωρίς οδηγίες αποφυγής και χωρίς ξεκάθαρο μήνυμα προς τους καταναλωτές, κάθε νέο περιστατικό κρατά ζωντανή την ανησυχία για ένα αόρατο, κοινό τρόφιμο που συνεχίζει να νοσεί παιδιά και ενήλικες.
Το αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο HUS είναι μια σοβαρή επιπλοκή που εμφανίζεται όταν συγκεκριμένα στελέχη E. coli απελευθερώνουν ισχυρές τοξίνες που πλήττουν τα νεφρά και τα αιμοφόρα αγγεία. Η μετάδοση γίνεται συχνά μέσα από τρόφιμα που έχουν επιμολυνθεί πριν ή κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας τους. Κρέας αλεσμένο που δεν έχει ψηθεί πλήρως, φρέσκο γάλα και προϊόντα χωρίς παστερίωση, αλλά και ωμά φρούτα ή λαχανικά που έχουν έρθει σε επαφή με μολυσμένο νερό ή επιφάνειες, αποτελούν συνηθισμένες πηγές. Η μόλυνση μπορεί να συμβεί και από διασταυρούμενη επιμόλυνση στην κουζίνα, όταν ωμά τρόφιμα έρχονται σε επαφή με έτοιμα προς κατανάλωση προϊόντα.
Για τη μείωση του κινδύνου, είναι κρίσιμο το καλό ψήσιμο του κρέατος μέχρι το εσωτερικό να φτάσει σε ασφαλή θερμοκρασία, η αποφυγή μη παστεριωμένων γαλακτοκομικών και ο σχολαστικός καθαρισμός φρούτων και λαχανικών. Το σωστό πλύσιμο των χεριών, η χρήση ξεχωριστών εργαλείων για ωμά και μαγειρεμένα τρόφιμα και η προσοχή στη θερμοκρασία συντήρησης περιορίζουν σημαντικά τις πιθανότητες μόλυνσης. Το HUS συνδέεται σχεδόν πάντα με μια διατροφική ή υγειονομική αστοχία που μπορεί να προληφθεί με βασικές, αλλά σταθερές πρακτικές ασφάλειας τροφίμων.