Έρευνα σε άτομα με πολύ υψηλή φυτική κατανάλωση καταγράφει δείκτες μεταβολικού στρες και αθροιστικής έκθεσης σε χαμηλές δόσεις φυτοφαρμάκων, παρότι τα τρόφιμα πληρούν τα νόμιμα όρια ασφάλειας
Πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό In Vivo εξετάζει τη σχέση μεταξύ υψηλής κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών και μεταβολικού στρες που σχετίζεται με χρόνια έκθεση σε υπολείμματα φυτοφαρμάκων. Η έρευνα επικεντρώνεται σε άτομα που ακολουθούν κυρίως φυτική διατροφή και καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες συμβατικών αγροτικών προϊόντων, αναδεικνύοντας μεταβολικές διαταραχές που καταγράφονται σε μοριακό επίπεδο, παρότι τα τρόφιμα πληρούν τα ισχύοντα ευρωπαϊκά όρια ασφάλειας.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 26 ενήλικες, ηλικίας 23 έως 60 ετών, χωρίς διαγνωσμένα χρόνια νοσήματα, οι οποίοι δήλωσαν καθημερινή κατανάλωση άνω των 2,5 κιλών φρούτων και λαχανικών. Οι συμμετέχοντες ζούσαν στη βορειοδυτική Ρουμανία, δεν κάπνιζαν και δεν λάμβαναν συμπληρώματα ή φαρμακευτική αγωγή. Παράλληλα, αξιοποιήθηκαν επίσημα δελτία ελέγχου τροφίμων από κρατικά διαπιστευμένα εργαστήρια για την περίοδο 2024–2025, τα οποία περιλάμβαναν αναλύσεις υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων σε λαχανικά, φρούτα και δημητριακά που διατίθενται στην αγορά.
Η μελέτη δείχνει ότι τα δείγματα τροφίμων ήταν, σχεδόν στο σύνολό τους, εντός των ευρωπαϊκών ορίων μέγιστων επιτρεπτών υπολειμμάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις τα φυτοφάρμακα είτε δεν ανιχνεύθηκαν είτε ανιχνεύθηκαν σε επίπεδα κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η ανίχνευση ιμιδακλοπρίδης σε ντομάτες, σε συγκεντρώσεις ωστόσο χαμηλότερες από τα θεσμοθετημένα όρια. Παρά τη ρυθμιστική συμμόρφωση, οι ερευνητές εστίασαν στη σωρευτική επίδραση πολλαπλών ουσιών, καθώς σε αρκετά προϊόντα είχαν εξεταστεί δεκάδες διαφορετικά δραστικά συστατικά.
Το κεντρικό σκέλος της έρευνας αφορούσε τον μεταβολικό έλεγχο των συμμετεχόντων μέσω ανάλυσης οργανικών οξέων στα ούρα, με χρήση εξειδικευμένου μεταβολομικού πρωτοκόλλου. Η ανάλυση αυτή κατέγραψε δείκτες που σχετίζονται με οξειδωτικό στρες, λειτουργία των μιτοχονδρίων, αποτοξινωτικούς μηχανισμούς του ήπατος, ισορροπία του εντερικού μικροβιώματος και έκθεση σε βαρέα μέταλλα.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, παρατηρήθηκαν αυξημένα επίπεδα βιοδεικτών που συνδέονται με διαταραχές της μεθυλίωσης και των βιταμινών του συμπλέγματος Β, όπως το μεθυλομαλονικό οξύ και το φορμιμινογλουταμινικό οξύ. Οι δείκτες αυτοί χρησιμοποιούνται για την έμμεση εκτίμηση της λειτουργικής επάρκειας της βιταμίνης Β12 και του φυλλικού οξέος, τα οποία είναι απαραίτητα για τις ηπατικές διαδικασίες αποτοξίνωσης. Παράλληλα, ανιχνεύθηκαν αυξημένα επίπεδα ξανθουρενικού οξέος, που σχετίζεται με τη βιταμίνη Β6.
Η μελέτη κατέγραψε επίσης αυξημένους δείκτες οξειδωτικού στρες, όπως λιπιδικά υπεροξείδια και 8-υδροξυ-2′-δεοξυγουανοσίνη, ένδειξη οξειδωτικής βλάβης λιπιδίων και DNA. Τα ευρήματα αυτά παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς οι συμμετέχοντες είχαν εκτιμώμενη ημερήσια πρόσληψη πολυφαινολών μεταξύ 2,5 και 3,5 γραμμαρίων, ποσότητα που συνήθως συνδέεται με αντιοξειδωτική προστασία. Η ανάλυση έδειξε ότι, παρά την υψηλή κατανάλωση φυτικών τροφίμων, οι δείκτες οξειδωτικής καταπόνησης παρέμεναν αυξημένοι.
Στο επίπεδο της εντερικής μικροχλωρίδας, τα μεταβολικά προφίλ έδειξαν ήπια έως μέτρια δυσβίωση, με αυξημένους μεταβολίτες που σχετίζονται με βακτηριακή ανισορροπία και ενδείξεις μυκητιακής υπερανάπτυξης. Οι συμμετέχοντες ανέφεραν ήπια γαστρεντερικά συμπτώματα, όπως φούσκωμα και διαταραχές κενώσεων, τα οποία καταγράφηκαν πριν από τις εξετάσεις.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στα βαρέα μέταλλα. Σε αρκετά δείγματα καταγράφηκαν αυξημένα επίπεδα υδραργύρου, σημαντικά πάνω από τα εργαστηριακά όρια αναφοράς, καθώς και οριακά αυξημένες συγκεντρώσεις αρσενικού και αντιμονίου. Οι ερευνητές συνδέουν τα ευρήματα με πιθανή χρόνια έκθεση μέσω τροφίμων φυτικής προέλευσης, ειδικά από εδάφη με ιστορική χρήση γεωργικών χημικών.
Τέλος, η ανάλυση των μιτοχονδριακών δεικτών έδειξε αυξημένες συγκεντρώσεις ενδιάμεσων του κύκλου του Krebs και β-υδροξυβουτυρικού οξέος, υποδηλώνοντας μεταβολική προσαρμογή στην ενεργειακή παραγωγή. Οι δείκτες αυτοί συνδέονται με μειωμένη αποδοτικότητα της μιτοχονδριακής λειτουργίας.
Η μελέτη δεν αποσκοπεί στην απόδειξη αιτιώδους σχέσης, αλλά καταγράφει ένα επαναλαμβανόμενο μεταβολικό προφίλ σε άτομα με πολύ υψηλή κατανάλωση συμβατικών φυτικών τροφίμων. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα ισχύοντα όρια ανίχνευσης και ασφάλειας δεν λαμβάνουν υπόψη τις μακροχρόνιες και αθροιστικές επιδράσεις πολλαπλών ουσιών, ούτε τις πιθανές βιολογικές αποκρίσεις σε χαμηλές αλλά συνεχείς δόσεις.
Συμπερασματικά, οι ερευνητές καταλήγουν ότι τα φρούτα και τα λαχανικά παραμένουν βασικό στοιχείο μιας υγιεινής διατροφής, αλλά η ωφέλειά τους δεν είναι δεδομένη ούτε ανεξάρτητη από την προέλευση και τον τρόπο παραγωγής τους. Η πολύ υψηλή κατανάλωση συμβατικών φυτικών τροφίμων μπορεί να συνοδεύεται από χρόνια, σωρευτική έκθεση σε φυτοφάρμακα και ρυπαντές, η οποία αποτυπώνεται σε μεταβολικούς δείκτες στρες, παρά την αυξημένη πρόσληψη αντιοξειδωτικών. Το μήνυμα της μελέτης δεν είναι η αποφυγή των φρούτων και λαχανικών, αλλά η ανάγκη να μετατοπιστεί η έμφαση από την ποσότητα στην ποιότητα, την ποικιλία και τη μείωση της επιβάρυνσης από χημικούς παράγοντες, ώστε τα οφέλη της φυτικής διατροφής να μην υπονομεύονται από τις ίδιες τις συνθήκες παραγωγής της.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC12764238/
Αναφορά: Tomuța RA, Gîtea MF, Ghitea MC, Ghitea EC, Ghitea TC, Banica F. Nutritional Assessment of Pesticide-associated Metabolic Stress in Plant-based Diets. In Vivo. 2026 Jan-Feb;40(1):136-150. doi: 10.21873/invivo.14179. PMID: 41482415; PMCID: PMC12764238.