Το τσάι αποτελεί καθημερινό ρόφημα για εκατομμύρια ανθρώπους και η παρουσία του στη διατροφή έχει συνδεθεί με μια σειρά από πιθανά οφέλη για την υγεία. Ωστόσο, όπως συμβαίνει με πολλά φυτικά προϊόντα, τα φύλλα του φυτού μπορούν να απορροφήσουν στοιχεία από το έδαφος και το περιβάλλον καλλιέργειας. Μια νέα μελέτη εξέτασε 60 από τα δημοφιλέστερα τσάγια που πωλούνταν διαδικτυακά στην Κίνα, αναζητώντας έξι δυνητικά επιβλαβή στοιχεία, και τα αποτελέσματα ήταν σε μεγάλο βαθμό καθησυχαστικά ως προς τη συμμόρφωση με τα κινεζικά πρότυπα. Παράλληλα, όμως, η ανάλυση κινδύνου ανέδειξε το κάδμιο ως τον σημαντικότερο παράγοντα του εκτιμώμενου καρκινογόνου κινδύνου. Οι ερευνητές αγόρασαν το 2022 60 δείγματα τσαγιού από διαδικτυακές αγορές στην Κίνα, δέκα από κάθε μία από έξι κατηγορίες. Το δείγμα περιλάμβανε μαύρο, λευκό, σκούρο, κίτρινο, oolong και πράσινο τσάι, σύμφωνα με την ταξινόμηση του διεθνούς προτύπου ISO 20715. Τα δείγματα αναλύθηκαν για αρσενικό, κάδμιο, χρώμιο, χαλκό, υδράργυρο και μόλυβδο, με τη χρήση φασματομετρίας μάζας επαγωγικά συζευγμένου πλάσματος.
Τι βρέθηκε στα 60 δείγματα
Το βασικό εύρημα ήταν ότι κανένα από τα 60 δείγματα δεν ξεπέρασε τα κινεζικά εθνικά όρια για τα έξι στοιχεία που εξετάστηκαν. Οι μέσες συγκεντρώσεις ήταν 0,28 mg/kg για το αρσενικό, 0,35 mg/kg για το κάδμιο, 1,18 mg/kg για το χρώμιο, 13,2 mg/kg για τον χαλκό, 0,004 mg/kg για τον υδράργυρο και 0,65 mg/kg για τον μόλυβδο. Με βάση τα κινεζικά πρότυπα, οι δείκτες ρύπανσης για όλες τις κατηγορίες τσαγιού χαρακτηρίστηκαν ασφαλείς. Η εικόνα διαφοροποιήθηκε όταν οι ερευνητές συνέκριναν τα αποτελέσματα με τα όρια άλλων χωρών. Το κάδμιο ήταν το στοιχείο που ξεχώρισε περισσότερο, καθώς στο 65% των δειγμάτων η συγκέντρωσή του ήταν ίση ή υψηλότερη από το αντίστοιχο καναδικό όριο, ενώ όλα τα δείγματα βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο ή υψηλότερα από το ιρανικό όριο. Με βάση τα καναδικά κριτήρια, το κάδμιο έδειξε ενδείξεις ελαφριάς ρύπανσης σε πράσινο, κίτρινο και σκούρο τσάι, ενώ στα δείγματα oolong και λευκού τσαγιού έφτασε σε επίπεδο προειδοποίησης. Οι διαφορές ανάμεσα στα εθνικά πρότυπα δεν σημαίνουν ότι τα ίδια δείγματα ήταν ταυτόχρονα «ασφαλή» και «επικίνδυνα». Τα όρια που εφαρμόζονται για τις συγκεντρώσεις επιβλαβών στοιχείων διαφέρουν μεταξύ χωρών και χρησιμοποιούνται διαφορετικές παραδοχές στην αξιολόγηση της έκθεσης. Αυτό έχει σημασία στην ερμηνεία της συγκεκριμένης μελέτης, καθώς η συμμόρφωση με τα κινεζικά όρια ήταν καθολική, ενώ οι αυστηρότερες συγκρίσεις έδωσαν διαφορετικά αποτελέσματα. Η δεύτερη ανάλυση αφορούσε τον πιθανό κίνδυνο για την υγεία. Για τις μη καρκινογόνες επιπτώσεις, οι δείκτες κινδύνου παρέμειναν κάτω από το 1 σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, κάτι που σύμφωνα με το μοντέλο της μελέτης σημαίνει ότι δεν προέκυπτε πιθανότητα δυσμενών μη καρκινογόνων επιδράσεων. Ο χαμηλότερος μέσος δείκτης καταγράφηκε στο μαύρο τσάι, με 0,47, και ο υψηλότερος στο σκούρο τσάι, με 0,74. Ωστόσο, η εικόνα ήταν διαφορετική για τον εκτιμώμενο καρκινογόνο κίνδυνο. Οι τιμές του μοντέλου ήταν υψηλότερες από το όριο αναφοράς 1 στις 10.000 και στις τρεις ηλικιακές ομάδες που εξετάστηκαν. Το υψηλότερο αποτέλεσμα καταγράφηκε στο κίτρινο τσάι, με εκτιμώμενο κίνδυνο 4,4 × 10⁻⁴, ενώ το χαμηλότερο στο μαύρο τσάι, με 1,5 × 10⁻⁴. Για το πράσινο τσάι η τιμή ήταν 3,9 × 10⁻⁴, για το σκούρο 3,4 × 10⁻⁴, για το λευκό 2,6 × 10⁻⁴ και για το oolong 2,3 × 10⁻⁴.
Γιατί το κάδμιο αλλάζει την εικόνα
Το κάδμιο αποτέλεσε τον κυριότερο παράγοντα του εκτιμώμενου καρκινογόνου κινδύνου, καθώς συνεισέφερε από 77,2% στον κίνδυνο που υπολογίστηκε για το μαύρο τσάι έως 88,4% για το κίτρινο. Το χρώμιο και το αρσενικό είχαν πολύ μικρότερη συμβολή, περίπου 10% και 7,4% κατά μέσο όρο αντίστοιχα. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη επιφύλαξη που περιορίζει την ερμηνεία αυτών των αριθμών. Οι ερευνητές υπολόγισαν τον κίνδυνο χρησιμοποιώντας τις συνολικές συγκεντρώσεις των στοιχείων στα φύλλα του τσαγιού και όχι τις ποσότητες που τελικά περνούν στο ρόφημα μετά την παρασκευή του. Το μοντέλο, επιπλέον, βασίστηκε στη συντηρητική υπόθεση ότι ολόκληρη η ποσότητα των στοιχείων που βρίσκεται στο δείγμα διαλύεται και απορροφάται από τον οργανισμό. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν συμβαίνει, καθώς μέρος των στοιχείων παραμένει στα φύλλα και δεν καταλήγει στο φλιτζάνι ή δεν απορροφάται από το ανθρώπινο σώμα. Οι ίδιοι οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτή η παραδοχή υπερεκτιμά τον πραγματικό κίνδυνο κατά περισσότερο από τέσσερις φορές. Επομένως, τα αποτελέσματα της καρκινογόνου εκτίμησης δεν πρέπει να ερμηνευθούν ως ένδειξη ότι η κατανάλωση των συγκεκριμένων τσαγιών προκαλεί καρκίνο. Πρόκειται για έναν θεωρητικό υπολογισμό που βασίζεται σε ιδιαίτερα συντηρητικές παραμέτρους έκθεσης.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή η μελέτη δεν εξέτασε το έγχυμα που καταναλώνει ο άνθρωπος, αλλά τα ίδια τα φύλλα μετά από εργαστηριακή επεξεργασία. Η πραγματική έκθεση εξαρτάται από το πόσο από κάθε στοιχείο μεταφέρεται στο νερό κατά την παρασκευή, πόση ποσότητα τσαγιού χρησιμοποιείται, πόσο συχνά καταναλώνεται και για πόσο χρονικό διάστημα. Πρόκειται για παράγοντες που μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά την τελική έκθεση σε σχέση με έναν υπολογισμό που θεωρεί πλήρη μεταφορά και απορρόφηση.
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.