Μια νέα οικονομική κρίση απειλεί την παγκόσμια αγροδιατροφική αλυσίδα
Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα μια εμπορική αντιπαράθεση που όμοιά της δεν έχει καταγραφεί τις τελευταίες δεκαετίες. Η Γροιλανδία η οποία παραδοσιακά αποτελούσε ένα ζήτημα χαμηλής πολιτικής έντασης έχει μετατραπεί σε «μήλον της έριδος» μεταξύ των Βρυξελλών και της Ουάσιγκτον. Η αφορμή για τη νέα αυτή κρίση εντοπίζεται στη στρατηγική επιδίωξη των ΗΠΑ να αυξήσουν την επιρροή τους στην Αρκτική αποκτώντας προνομιακή πρόσβαση στους φυσικούς πόρους της Γροιλανδίας και στις νέες ναυτιλιακές οδούς που προκύπτουν από το λιώσιμο των πάγων. Η ΕΕ από την πλευρά της αντιμετωπίζει αυτές τις κινήσεις ως ευθεία απειλή για την εδαφική και οικονομική ακεραιότητα ενός μέλους του Βασιλείου της Δανίας προειδοποιώντας για αυστηρά αντίποινα που πλήττουν καίρια τον τομέα των τροφίμων και ποτών.
Η χρήση των αγροδιατροφικών προϊόντων ως μοχλού πίεσης σε γεωπολιτικές διενέξεις δεν είναι νέα τακτική όμως η τρέχουσα κλίμακα των προτεινόμενων δασμών προκαλεί τρόμο στις αγορές. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη συντάξει μια λίστα προϊόντων «υψηλής αξίας» που θα υποστούν δασμολογικές επιβαρύνσεις έως και 25% ή και περισσότερο. Στο στόχαστρο βρίσκονται εμβληματικά ευρωπαϊκά αγαθά με ισχυρή εξαγωγική παρουσία στην Αμερική όπως το γαλλικό τυρί το ιταλικό ελαιόλαδο τα ισπανικά κρασιά και τα γερμανικά γαλακτοκομικά. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή η κίνηση δεν αποσκοπεί μόνο στην οικονομική πίεση αλλά και στην πρόκληση πολιτικής δυσαρέσκειας στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κρατών που βασίζονται στις αγροτικές εξαγωγές.
Η απάντηση της Ευρώπης αναμένεται εξίσου σκληρή. Η Κομισιόν έχει ήδη επεξεργαστεί σχέδια για την επιβολή δασμών σε αμερικανικά προϊόντα που είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομία πολλών πολιτειών των ΗΠΑ. Τα αμύγδαλα Καλιφόρνιας το μπέρμπον από το Κεντάκι και τα προϊόντα καλαμποκιού και σόγιας από τις μεσοδυτικές πολιτείες βρίσκονται στην κορυφή της λίστας των αντιποίνων. Αυτή η αμοιβαία κλιμάκωση δημιουργεί μια κατάσταση «όλοι χάνουν» (lose-lose situation) όπου η διατάραξη της εφοδιαστικής αλυσίδας θα οδηγήσει σε τεχνητές ελλείψεις και κατακόρυφη αύξηση των τιμών για τον τελικό καταναλωτή και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Το κόστος των δασμών δεν απορροφάται σχεδόν ποτέ από τις επιχειρήσεις αλλά μετακυλίεται άμεσα στην τιμή λιανικής επιβαρύνοντας τον ήδη επιβαρυμένο από τον πληθωρισμό οικογενειακό προϋπολογισμό.
Πως επηρεάζεται η Ελλάδα
Πέρα από το άμεσο οικονομικό κόστος η κρίση αυτή απειλεί να διαλύσει πολυετείς εμπορικές συνεργασίες. Οι εισαγωγείς και οι διανομείς τροφίμων βρίσκονται σε απόγνωση καθώς τα συμβόλαια που έχουν υπογραφεί δεν προέβλεπαν τέτοιες απότομες μεταβολές στο κόστος. Η αβεβαιότητα αυτή οδηγεί σε ακυρώσεις παραγγελιών και σε αναζήτηση εναλλακτικών αγορών κάτι που δεν είναι πάντα εφικτό για προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) που δεν μπορούν να αντικατασταθούν από άλλες πηγές. Για παράδειγμα ένα αυθεντικό ελληνικό ελαιόλαδο ή μια γαλλική σαμπάνια δεν μπορούν απλά να «αγοραστούν» από κάπου αλλού αν οι δασμοί τα καταστήσουν απρόσιτα για τον μέσο Αμερικανό καταναλωτή.
Η Γροιλανδία κατέχει το 25% των παγκόσμιων αποθεμάτων σπάνιων γαιών οι οποίες είναι απαραίτητες για την πράσινη μετάβαση και την τεχνολογία των ημιαγωγών. Η σύνδεση της επισιτιστικής ασφάλειας με τον έλεγχο αυτών των στρατηγικών πόρων θεωρείται από πολλούς ειδικούς ως μια επικίνδυνη στροφή προς έναν πιο επιθετικό οικονομικό εθνικισμό. Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Βιομηχανιών Τροφίμων προειδοποιεί ότι αν τα τρόφιμα συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται ως «όμηροι» για εξωγενείς διαφορές η εμπιστοσύνη στο διεθνές εμπορικό σύστημα θα καταρρεύσει οριστικά καθιστώντας τις τιμές των τροφίμων έρμαιο των πολιτικών διαθέσεων της στιγμής.
Στην Ελλάδα η ανησυχία είναι έντονη ιδιαίτερα για τους κλάδους της επιτραπέζιας ελιάς του ελαιολάδου και της φέτας. Οι ΗΠΑ αποτελούν μια από τις σημαντικότερες αγορές εκτός ΕΕ για τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα και μια νέα δασμολογική επιβάρυνση θα μπορούσε να ανακόψει την ανοδική πορεία των τελευταίων ετών. Οι παραγωγοί φοβούνται ότι αν χάσουν το ράφι στα αμερικανικά σούπερ μάρκετ λόγω τιμής θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να το ανακτήσουν στο μέλλον ακόμα και αν οι δασμοί καταργηθούν καθώς οι καταναλωτές θα έχουν ήδη στραφεί σε φθηνότερες εγχώριες ή άλλες εισαγόμενες εναλλακτικές λύσεις.
Φωτογραφία Shutterstock