Το Δίκτυο Έγκαιρης Προειδοποίησης για Τρόφιμα και Ζωοτροφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (RASFF) δημοσίευσε ειδοποίηση σχετικά με την ανίχνευση Clostridium botulinum σε χοιρινό πατέ. Η ειδοποίηση ταξινομήθηκε ως «Information notification for attention» με αξιολόγηση σοβαρού κινδύνου, έπειτα από καταγγελία καταναλωτή που εμφάνισε προβλήματα υγείας μετά την κατανάλωση του προϊόντος. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η εργαστηριακή διερεύνηση κατέδειξε την παρουσία στελεχών Clostridium botulinum τύπου Α μέσω μεθόδων μοριακής γενετικής, με ανίχνευση γονιδίων που σχετίζονται με την παραγωγή της βοτουλινικής νευροτοξίνης.
Το προϊόν που αναφέρεται στην ειδοποίηση είναι το Naše vepřová paštika s mandlemi (χοιρινό πατέ με αμύγδαλα), – δείτε παρακάτω φωτογραφίες τω προϊόντων). Στην επίσημη ανακοίνωση των ιταλικών αρχών περιλαμβάνεται και δεύτερο προϊόν του ίδιου παραγωγού, το Naše vepřová paštika se zeleným pepřem (χοιρινό πατέ με πράσινο πιπέρι), και επισημαίνεται ότι η ανάκληση αφορά όλες τις συσκευασίες ανεξάρτητα από την ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας, επειδή δεν ήταν δυνατή η αξιόπιστη ταυτοποίηση των επιμέρους παρτίδων. Τα προϊόντα έφεραν το εμπορικό σήμα HOTEL Litovel … srdce Luhačovic και παρασκευάζονταν από τον φορέα εκμετάλλευσης του Hotel Litovel στην πόλη Luhačovice της Τσεχίας.
Το Hotel Litovel βρίσκεται στο Luhačovice, τη μεγαλύτερη λουτρόπολη της Μοραβίας στην Τσεχία, στον κεντρικό πεζόδρομο και σε μικρή απόσταση από τις ιαματικές εγκαταστάσεις. Πρόκειται για ανεξάρτητο ξενοδοχείο τριών αστέρων με περίπου 20 δωμάτια, εστιατόριο και μπαρ, το οποίο, πέρα από τις υπηρεσίες φιλοξενίας, παρασκευάζει και διαθέτει στους επισκέπτες του δικά του προϊόντα delicatessen με την εμπορική ονομασία «HOTEL Litovel … srdce Luhačovic». Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και τα χοιρινά πατέ που αναφέρονται στην ευρωπαϊκή ειδοποίηση. Αυτό σημαίνει ότι το προϊόν απευθυνόταν κυρίως στους πελάτες του ξενοδοχείου και σε επισκέπτες της περιοχής.
Η αρχική καταχώριση του RASFF αναφέρει ότι η διανομή περιορίστηκε στην Τσεχία. Παράλληλα, οι ιταλικές αρχές δημοσίευσαν προειδοποίηση προς τους καταναλωτές, διευκρινίζοντας ότι τα προϊόντα ενδέχεται να είχαν αγοραστεί από επισκέπτες του ξενοδοχείου και να μεταφέρθηκαν σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να υπάρχει πλήρης εικόνα της διακίνησής τους. Ωστόσο η Ελλάδα συμπεριλήφθηκε μεταξύ των χωρών που ενημερώθηκαν από το RASFF, ώστε οι αρμόδιες αρχές να διερευνήσουν το ενδεχόμενο εισόδου των προϊόντων στη χώρα.
Το Clostridium botulinum είναι αναερόβιο, Gram-θετικό, σπορογόνο βακτήριο που απαντάται ευρέως στο έδαφος, στα ιζήματα, στη σκόνη και στο περιβάλλον εκτροφής ζώων. Οι σπόροι του παρουσιάζουν υψηλή ανθεκτικότητα στις περιβαλλοντικές συνθήκες και μπορούν να επιβιώσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν βρεθούν σε περιβάλλον χωρίς οξυγόνο, με κατάλληλη θερμοκρασία, επαρκή υγρασία και ευνοϊκές τιμές pH, είναι δυνατόν να βλαστήσουν και να παράγουν βοτουλινική νευροτοξίνη. Η τοξίνη αυτή θεωρείται μία από τις ισχυρότερες φυσικές τοξίνες που είναι γνωστές και μπορεί να προκαλέσει σοβαρή τροφιμογενή νόσο ακόμη και σε πολύ μικρές ποσότητες.
Τα τρόφιμα που συσκευάζονται αεροστεγώς ή διατηρούνται σε περιβάλλον με περιορισμένη παρουσία οξυγόνου απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, καθώς δημιουργούνται συνθήκες που μπορούν να ευνοήσουν την ανάπτυξη του μικροοργανισμού εάν δεν εφαρμόζονται αποτελεσματικά τα κατάλληλα μέτρα ελέγχου. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται πατέ, κονσερβοποιημένα τρόφιμα χαμηλής οξύτητας, προϊόντα κρέατος σε κλειστή συσκευασία, ορισμένα αλλαντικά, καπνιστά ή παστά ψάρια, καθώς και τρόφιμα που διατηρούνται υπό κενό αέρος ή σε τροποποιημένη ατμόσφαιρα όταν δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες συνθήκες παραγωγής και ψύξης.
Η επιμόλυνση μπορεί να προκύψει από παρουσία σπόρων του βακτηρίου στις πρώτες ύλες, από ανεπαρκή θερμική επεξεργασία, από ελλιπή αποστείρωση κατά την κονσερβοποίηση, από μη αποτελεσματικό έλεγχο του pH και της ενεργότητας του νερού, από ανεπαρκή συγκέντρωση άλατος ή συντηρητικών, από διακοπή της ψυκτικής αλυσίδας ή από συνδυασμό παραγόντων που επιτρέπουν τη βλάστηση των σπόρων και την παραγωγή τοξίνης. Η ύπαρξη του μικροοργανισμού δεν συνεπάγεται πάντοτε παρουσία τοξίνης, ωστόσο όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές η παραγωγή της μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να παρατηρούνται εμφανείς αλλοιώσεις στο προϊόν.
Στις εγκαταστάσεις παραγωγής προϊόντων κρέατος η πρόληψη βασίζεται στον συνδυασμό πολλαπλών μέτρων ελέγχου. Η επιλογή πρώτων υλών από αξιόπιστους προμηθευτές, η εφαρμογή τεκμηριωμένων διαδικασιών HACCP, η επικύρωση των θερμικών διεργασιών, ο έλεγχος του pH και της ενεργότητας του νερού, η σωστή χρήση νιτρωδών όπου επιτρέπεται από τη νομοθεσία, η διατήρηση της ψυκτικής αλυσίδας, η υγιεινή του εξοπλισμού και των χώρων παραγωγής, η αποφυγή επαναμόλυνσης μετά τη θερμική επεξεργασία, η επαρκής ιχνηλασιμότητα και η σαφής επισήμανση των παρτίδων αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τον περιορισμό του κινδύνου. Η δυνατότητα ακριβούς ταυτοποίησης των παρτίδων είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή επιτρέπει την ανάκληση μόνο των επηρεαζόμενων προϊόντων και περιορίζει την έκθεση των καταναλωτών.
Η τροφιμογενής αλλαντίαση προκαλείται από την κατανάλωση τροφίμων που περιέχουν προσχηματισμένη βοτουλινική νευροτοξίνη. Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μέσα σε λίγες ώρες έως λίγες ημέρες μετά την κατανάλωση και μπορεί να περιλαμβάνουν ναυτία, εμέτους ή κοιλιακή δυσφορία, ακολουθούμενα από νευρολογικές εκδηλώσεις όπως θολή ή διπλή όραση, πτώση των βλεφάρων, δυσκολία στην ομιλία, δυσκολία στην κατάποση, ξηροστομία και προοδευτική μυϊκή αδυναμία. Στις σοβαρές περιπτώσεις επηρεάζονται οι αναπνευστικοί μύες και μπορεί να απαιτηθεί άμεση νοσηλεία σε μονάδα εντατικής θεραπείας και χορήγηση ειδικής αντιτοξίνης.
Οι καταναλωτές που διαθέτουν τα συγκεκριμένα προϊόντα με την εμπορική επωνυμία HOTEL Litovel δεν πρέπει να τα καταναλώσουν ακόμη και αν η συσκευασία φαίνεται άθικτη ή το προϊόν δεν παρουσιάζει αλλοίωση στην εμφάνιση, στην οσμή ή στη γεύση. Οι ιταλικές αρχές συνέστησαν την απόρριψη των προϊόντων στην αρχική κλειστή συσκευασία και την αποφυγή διάθεσής τους σε άλλα άτομα. Όποιος κατανάλωσε το προϊόν και εμφανίσει συμπτώματα συμβατά με αλλαντίαση χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση, καθώς η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία επηρεάζουν σημαντικά την πορεία της νόσου.
Για τους Έλληνες καταναλωτές, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ο κίνδυνος αφορά κυρίως άτομα που ενδέχεται να προμηθεύτηκαν τα συγκεκριμένα πατέ κατά την επίσκεψή τους στο Hotel Litovel ή στην περιοχή Luhačovice της Τσεχίας ή τα παρέλαβαν από ταξιδιώτες που τα μετέφεραν από τη χώρα. Μέχρι σήμερα δεν έχει ανακοινωθεί επίσημη ανάκληση των συγκεκριμένων προϊόντων από τον ΕΦΕΤ ούτε έχουν δημοσιοποιηθεί στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τη διάθεσή τους μέσω της οργανωμένης ελληνικής αγοράς.
Η συσκευασία του χοιρινού πατέ που ανακλήθηκε μετά την ανίχνευση στελεχών Clostridium botulinum.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ