Η φέτα μπαίνει στο 2026 με ισχυρές πιέσεις στην παραγωγή και στην τιμή της, καθώς η ευλογιά των αιγοπροβάτων έχει μειώσει σημαντικά το ζωικό κεφάλαιο και μαζί του τις διαθέσιμες ποσότητες πρόβειου και γίδινου γάλακτος. Την ίδια ώρα, η ζήτηση παραμένει υψηλή στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, δημιουργώντας συνθήκες που ευνοούν νέες ανατιμήσεις και περιορισμένη διαθεσιμότητα του προϊόντος τους επόμενους μήνες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανάκληση κατεψυγμένων λαχανικών από σουπερμάρκετ: Διεθνείς διαστάσεις μετά την ειδοποίηση RASFF για τοξικό φυτό
Στις 24 Σεπτεμβρίου 2026, ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας, Μιχάλης Σαράντης, εκτίμησε ότι η λιανική τιμή μπορεί να αυξηθεί έως και κατά δύο ευρώ το κιλό μέσα στους επόμενους δύο μήνες. Η εκτίμηση συνδέθηκε με τη μειωμένη παραγωγή πρόβειου γάλακτος, τις απώλειες κοπαδιών από τις ζωονόσους και τη συνεχιζόμενη ζήτηση για φέτα και πρώτη ύλη από την αγορά.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Η χρωστική για βερνίκια και πλαστικά που εξακολουθεί να εντοπίζεται στην τροφική αλυσίδα
Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν το μέγεθος των απωλειών στην ελληνική κτηνοτροφία. Σύμφωνα με ενημέρωση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων στις 26 Μαΐου 2026, είχαν πραγματοποιηθεί 488.754 θανατώσεις αιγοπροβάτων λόγω ευλογιάς, ενώ είχαν καταγραφεί 2.172 επιβεβαιωμένα κρούσματα σε 2.681 εκτροφές. Η απώλεια τόσων παραγωγικών ζώων επηρεάζει άμεσα τις διαθέσιμες ποσότητες γάλακτος που μπορούν να κατευθυνθούν στην εγχώρια παραγωγή φέτας της χώρας.
Στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν τον Σεπτέμβριο έδειξαν ότι στο πρώτο επτάμηνο του 2026 η παραγωγή πρόβειου γάλακτος ήταν μειωμένη κατά περίπου 43.600 τόνους, ποσοστό 7,4% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Συνολικά από την αγορά έλειψαν περίπου 45.500 τόνοι αιγοπρόβειου γάλακτος, ενώ η μέση τιμή παραγωγού στο πρόβειο γάλα τον Ιούλιο ήταν αυξημένη κατά περίπου 13,2% σε ετήσια βάση.
Οι εκτιμήσεις από την αγορά φτάνουν ακόμη και σε απώλεια περίπου 80.000 τόνων πρόβειου γάλακτος, ποσότητα που θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε έλλειμμα περίπου 20.000 τόνων φέτας. Εφόσον οι ποσότητες περιοριστούν σε τέτοια έκταση, η διαφορά κόστους ανάμεσα στην αυθεντική Φέτα ΠΟΠ και στα φθηνότερα λευκά τυριά γίνεται μεγαλύτερη, αυξάνοντας αισθητά το οικονομικό κίνητρο για αντικατάσταση του προϊόντος στην εστίαση.
Οι έλεγχοι των Περιφερειών έχουν ήδη καταγράψει περιπτώσεις -πριν από αυτή την κρίση- όπου αυτό που αναγράφεται στον κατάλογο δεν αντιστοιχεί στο τυρί που χρησιμοποιείται στην κουζίνα. Σε έλεγχο σε επιχείρηση στην Τρανή Αμμούδα Αγίου Νικολάου Χαλκιδικής, ο υπεύθυνος κουζίνας δήλωσε ότι σε ορισμένα πιάτα χρησιμοποιούνταν λευκό τυρί τελεμές, ενώ στον τιμοκατάλογο αναγραφόταν ρητά ότι χρησιμοποιείται φέτα ΠΟΠ ως συστατικό του πιάτου, πρακτική για την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο.
Παρόμοια περίπτωση καταγράφηκε στη Νότια Κέρκυρα, στο Γαρδένο Βιταλάδων, όπου επιβλήθηκε συνολικό πρόστιμο 4.500 ευρώ σε ιδιοκτήτη εστιατορίου. Μεταξύ των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν ήταν η διάθεση πιάτου ως «φέτα ψητή», ενώ, κατά δήλωση του υπευθύνου λειτουργίας, για την παρασκευή του χρησιμοποιούνταν λευκό τυρί σε άλμη, προϊόν που οι ελεγκτές εντόπισαν σε ψυγείο της επιχείρησης κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου.
Η ονομασία «φέτα» προστατεύεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης και αφορά προϊόν που παράγεται στην Ελλάδα, στις καθορισμένες από τις προδιαγραφές περιοχές και με συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής. Η Φέτα ΠΟΠ παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα ή από μείγμα πρόβειου και γίδινου, με το γίδινο να μην υπερβαίνει το 30%. Αγελαδινό γάλα δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται για την παραγωγή της.
Ο ασφαλέστερος έλεγχος για τον καταναλωτή στο σούπερ μάρκετ γίνεται από την επισήμανση και όχι από την εμφάνιση του τυριού. Στη συσκευασία πρέπει να αναζητά την ονομασία «Φέτα ΠΟΠ», τα στοιχεία παραγωγού και προέλευσης και τις προβλεπόμενες ενδείξεις της προστατευόμενης ονομασίας. Περιγραφές όπως «λευκό τυρί», «white cheese», «salad cheese», «Balkan cheese» ή «Greek style cheese» αφορούν διαφορετικά προϊόντα και δεν πιστοποιούν Φέτα ΠΟΠ.
Το λευκό χρώμα, η εύθρυπτη υφή και η όξινη ή αλμυρή γεύση μπορούν να θυμίζουν φέτα, αλλά δεν αρκούν για την ταυτοποίηση του προϊόντος. Λευκά τυριά διαφορετικής σύνθεσης μπορούν να έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά. Στη χύμα πώληση, ο καταναλωτής μπορεί να ζητήσει να δει το δοχείο ή την αρχική συσκευασία, ώστε να ελέγξει την ονομασία, τον παραγωγό και τα στοιχεία που συνοδεύουν το προϊόν.
Στην εστίαση ο έλεγχος είναι δυσκολότερος, επειδή ο πελάτης δεν έχει πρόσβαση στην αρχική συσκευασία. Όταν όμως ο κατάλογος αναφέρει «φέτα», «Φέτα ΠΟΠ», «ψητή φέτα» ή πιάτο με φέτα, η αναγραφή αφορά συγκεκριμένο προϊόν. Ο πελάτης μπορεί να ζητήσει διευκρίνιση για το τυρί που χρησιμοποιείται, ιδιαίτερα όταν η γεύση, η υφή ή η εμφάνισή του δημιουργούν αμφιβολίες για την ταυτότητά του.
Η μείωση της διαθέσιμης πρώτης ύλης και οι προβλέψεις για νέες αυξήσεις τιμών κάνουν τον έλεγχο της αγοράς ακόμη πιο αναγκαίο το 2026. Η αντικατάσταση της φέτας από φθηνότερο λευκό τυρί πλήττει τον καταναλωτή που πληρώνει για διαφορετικό προϊόν, αλλά και τους κτηνοτρόφους και τα τυροκομεία που επωμίζονται το αυξημένο κόστος παραγωγής και τηρούν τις προδιαγραφές που συνοδεύουν την προστατευόμενη ονομασία.
Η πίεση στην ελληνική κτηνοτροφία μπορεί να συνεχιστεί όσο οι απώλειες από τις ζωονόσους δεν αναπληρώνονται και η παραγωγή γάλακτος παραμένει χαμηλότερη. Για τον καταναλωτή, η πρακτική άμυνα είναι έλεγχος της ετικέτας στη λιανική, προσοχή στις ονομασίες που παραπέμπουν απλώς σε λευκό τυρί και ερώτηση στην εστίαση όταν ο κατάλογος υπόσχεται φέτα αλλά το προϊόν που σερβίρεται δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες.